AΛΗΘΕΙΕΣ ΚΑΙ (ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΑ) ΨΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΟΖ

ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΚΟΠΟΥΛΟΥ*

Ο «ΘΗΣΑΥΡΟΣ ΤΩΝ ΠΕΤΡΕΛΑΙΩΝ», ΤΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ, ΟΙ ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ ΚΑΙ ΤΟ «ΠΑΡΑΜΥΘΙΑΣΜΑ» ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΛΑΟΥ

Τα τελευταία δύο χρόνια η Ελλάδα ανακάλυψε ξαφνικά, τριάντα χρόνιαμετά την ψήφιση της Σύμβασης για το Δίκαιο της Θάλασσας, την έννοια τηςΑποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης (ΑΟΖ). Η ΑΟΖ, μια εξειδικευμένη έννοια του δίκαιου της θάλασσας μεταβλήθηκε σε «ιδεολογία», αλλά και σε όχημαπαραπλάνησης, γεγονός που, υπό τις δεδομένες ελληνικές και διεθνείς συνθήκες, και με τον τρόπο που ασκείται και η εξωτερικήαμυντική πολιτική στη χώρα εμπεριέχει σοβαρούς κινδύνους για την Ελλάδα. Μαζί με την ΑΟΖ, η Ελλάδα ανακάλυψε και έναν από μηχανής Θεό, για να λύσει τα προβλήματά της, τον θρυλούμενο «θησαυρό των πετρελαίων». Είναι όμως έτσι τα πράγματα; Ας τα πάρουμε με τη σειρά και ας εξετάσουμε τους πέντε «μύθους» για την ΑΟΖ, που ενσταλλάχθηκαν ανεπαίσθητα στην κοινή γνώμη.

ΑΟΖ, ΥΦΑΛΟΚΡΗΠΙΔΑ ΚΑΙ ΥΔΡΟΓΟΝΑΝΘΡΑΚΕΣ 

Πρώτον, έχει καλλιεργηθεί ευρέως στην κοινή γνώμη και στην πολιτική τάξη της χώρας, η απολύτωςεσφαλμένηπαραπλανητική εντύπωση ότι ανακήρυξη ΑΟΖ συνεπάγεται απόκτηση τίτλων κυριότητας επί τυχόν υποθαλάσσιων ενεργειακών κοιτασμάτων. Λέγεται από πολιτικούς αρχηγούςκαι πάσης φύσεως σχολιαστές, ότι η ανακήρυξη της ΑΟΖ είναι απαραίτητη για την εκμετάλλευση υδρογονανθράκων, ενώ αφήνεται να εννοηθεί ότι, άπαξ και ένα κράτος ανακηρύξει ΑΟΖ, μπορεί, νομικά, να εκμεταλλευθεί τυχόν κοιτάσματα, άνευ ετέρας.

 

Ουδέν αναληθέστερον. Την κυριότητα επί των κοιτασμάτων παρέχει ήδη η έννοια της υφαλοκρηπίδας,φυσικό δικαίωμα των κρατών. Είτε ένα κράτος έχει, είτε δεν έχει ανακηρύξει ΑΟΖ, έχει ακριβώς ταίδια δικαιώματα επί των υδρογονανθράκων κάτω από τον βυθό.ΑΝΑΚΗΡΥΞΗ Ή ΟΡΙΟΘΕΤΗΣΗ; 

Δεύτερο, συσκοτίζεται από πολλούς «ΑΟΖολογούντες» το γεγονός ότι το πραγματικό πρόβλημα με την εκμετάλλευση των υδρογονανθράκων δεν έχει να κάνει με την ανακήρυξη της ΑΟΖ, αλλά με τηνοριοθέτηση, είτε της ΑΟΖ, είτε της υφαλοκρηπίδας, με τα γειτονικά κράτη. Οι κανόνες για την οριοθέτηση και της ΑΟΖ και της υφαλοκρηπίδας είναι ταυτόσημοι και η αρμοδιότητα, σε περίπτωση διαφοράς, είναι διεθνών δικαστηρίων. Τα προβλήματα που έχει σήμερα η Ελλάδα με την Τουρκίααναφορικά με την διανομή της υφαλοκρηπίδας είναι ακριβώς τα ίδια με αυτά που θα είχε για την οριοθέτηση της ΑΟΖ. Επ’ αυτού, η ανακήρυξη ΑΟΖ δεν συνεισφέρει τίποτα.

ΕΥΡΟΣ ΘΑΛΑΣΣΙΩΝ ΖΩΝΩΝ 

Τρίτο, καλλιεργείται εντέχνως η εντύπωση ότι η ΑΟΖ καλύπτει μεγαλύτερη θαλάσσια ζώνη από την υφαλοκρηπίδα. Το ακριβώς αντίστροφο είναι το αληθές. Η υφαλοκρηπίδα μπορεί να επεκτείνεται και πέραν των 200 μιλίων της ΑΟΖ, αν υφίσταται γεωλογική συνέχεια.

Στην περίπτωση των θαλασσίων ζωνών που αφορούν την Ελλάδα η διαφορά είναι θεωρητική, γιατί ταυτίζονται τα όρια υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ.

ΑΟΖ, ΚΑΣΤΕΛΛΟΡΙΖΟ ΚΑΙ ΜΕΣΗ ΓΡΑΜΜΗ 

Τέταρτο, έχει δημιουργηθεί η επίσης παραπλανητική εντύπωση ότι η έννοια της ΑΟΖ κάπως κατοχυρώνει την επήρρεια του Καστελλόριζου και, επίσης, ότι η έννοια της ΑΟΖ κατοχυρώνει και τη χάραξη των θαλασσίων ζωνών στη βάση της «μέσης γραμμής», χαραζομένης ανεξαρτήτως του αν χαράσσεται μεταξύ νήσων και ηπειρωτικών εδαφών.

Εδώ πρόκειται για δύο απάτες ταυτόχρονα. Το Καστελλόριζο έχει όντως επήρρεια επί της διανομής των θαλασσίων ζωνών, είτε μιλάμε για υφαλοκρηπίδα, είτε για ΑΟΖ και η επήρρεια αυτή δεν επηρρεάζεται από την ανακήρυξη ή μη ΑΟΖ. Αλλά η επήρρεια αυτή δεν ταυτίζεται αναγκαστικά με τη μέση γραμμή, όπως υποδεικνύει η πρόσφατη νομολογία του Διεθνούς Δικαστηρίου. Η μέση γραμμή είναι ένα σοβαρό κριτήριο σε ότι αφορά τη διανομή, όχι όμως το αποκλειστικό. Οι πρόσφατες δικαστικές αποφάσεις παίρνουν υπόψιν τους και την αρχή της αναλογικότητας. Στην Ανατολική Μεσόγειο είναι πολύ πιθανό, επί τη βάσει της νομολογίας, το δικαστήριο να αποδώσει επήρρεια στο Καστελλόριζο, να λάβει όμως υπόψιν του και την αρχή της αναλογικότητας, το γεγονός δηλαδή ότι η Τουρκία διαθέτει μια τεράστια ακτή, ενώ το Καστελλόριζο είναι ένα μικρό νησί.

Ακριβώς για τον λόγο αυτό, η Τουρκία δεν θέλει να συμπεριληφθεί στις «διερευνητικές επαφές» τοΚαστελόριζο. Επιδιώκει, πιέζοντας, να αποσπάσει πολιτική λύση στο Αιγαίο, λύση που να αναιρεί τα πολύ ευνοϊκά για την Ελλάδα νομικά δεδομένα. Δεν θέλει όμως να εντάξει σε τέτοια πολιτική λύση το Καστελλόριζο γιατί εκεί έχει ισχυρή νομική θέση.

ΤΟ ΛΑΘΟΣ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 

Πέμπτο, η Κύπρος κατάφερε να λύσει το πρόβλημα και να προχωρήσει την εκμετάλλευση υδρογονανθράκων, επειδή ανακήρυξε ΑΟΖ, ενώ η Ελλάδα δεν ανακήρυξε και δεν προχώρησε στην εκμετάλλευσηΠαραπλανητική μεταφορά δεδομένων σε διαφορετική πραγματική κατάσταση.  

Δεν είναι η ανακήρυξη ΑΟΖ που επέτρεψε στην Κύπρο να προχωρήσει στην εκμετάλλευση, είναι οι συμφωνίες για την οριοθέτηση της ΑΟΖ που συνομολόγησε με την Αίγυπτο, τον Λίβανο και το Ισραήλ(θα μπορούσε δε να έχει το ίδιο αποτέλεσμα και με συμφωνίες οριοθέτησης της υφαλοκρηπίδας). Οι συμφωνίες αυτές επέτρεψαν στη Λευκωσία να προχωρήσει στην έρευνα σε θαλάσσιες περιοχές της Μεσογείου που βρίσκονται μεταξύ ΚύπρουΑιγύπτου και Ισραήλ. Η Κύπρος δεν προχώρησε σε καμία έρευνα βορείως του νησιού ή σε περιοχές που είναι πλησιέστερα στα κατεχόμενα, εκεί δηλαδή που θα έθιγε τον πυρήνα των τουρκικών διεκδικήσεων.

Στην περίπτωση της Ελλάδας, τα τυχόν κοιτάσματα νοτίως της Κρήτης εικάζεται ότι είναι αρκετά κοντά στο νησί, ώστε να μπορεί να αμφισβητηθεί η εκεί εκμετάλλευση από την Λιβύη. Ασφαλώς θα ήταν προτιμότερο να γίνει συμφωνία οριοθέτησης με τη Λιβύη, αλλά αυτό δεν εξαρτάται μόνο από την Αθήνα. Σε ότι αφορά τα κοιτάσματα έξω από τις ακτές της Δυτικής Ελλάδας καλύπτονται από τη συμφωνία διανομής της υφαλοκρηπίδας μεταξύ Ελλάδας και Ιταλίας και ήδη, επιτέλους, ο κ. Μανιάτης προχώρησε σε διεθνή διαγωνισμό.

ΤΑ ΚΟΙΤΑΣΜΑΤΑ ΤΟΥ ΚΑΣΤΕΛΟΡΙΖΟΥ ΚΑΙ Η ΤΟΥΡΚΙΑ 

Ορισμένοι πιστεύουν ότι υπάρχουν ενδεχομένως σημαντικά κοιτάσματα στην περιοχή του Καστελόριζου, μεταξύ δηλαδή Κύπρου, Τουρκίας, Αιγύπτου και Ελλάδας. Δεν γνωρίζουμε αν είναι ακριβές, η εκμετάλλευσή τους όμως προσκρούει στο συνολικό πρόβλημα που θέτει η Τουρκία στην Ελλάδα από το 1973-74 και το οποίο έχει οδηγήσει στον ανταγωνισμό εξοπλισμών και σε δύο παρολίγονσυρράξεις. Αλλά και περιορίζεται από την αρχή της αναλογικότητας που χαρακτηρίζει τις τελευταίες αποφάσεις της διεθνούς δικαιοσύνης.

ΑΟΖΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΕΛΛΗΝΟΤΟΥΡΚΙΚΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ

Επειδή αυτό το πρόβλημα δεν μπορεί πιθανότατα να λυθεί με συμφωνία οριοθέτησης, είτε της ΑΟΖ, είτε της υφαλοκρηπίδας, με την ‘Αγκυρα, πρέπει να εξαναγκασθεί η Τουρκία, εφόσον το επιθυμεί η Αθήνα, σε αποδοχή της Χάγης. Είναι συζητήσιμο αν συμφέρει την Ελλάδα να το κάνει.

Ο άλλος τρόπος είναι να αναθεωρήσει η Ελλάδα όλο το «πακέτο» που διέπει, επισήμως και «άτυπα», τις σχέσεις της με την Τουρκία τις τελευταίες δεκαετίες. Σε μια τέτοια περίπτωση, θα μπορούσε αίφνης να χρησιμοποιήσει  και το πολύ ισχυρότερο της ΑΟΖ όπλο της επέκτασης των χωρικών υδάτων στα 12 μίλια, που της παρέχει το διεθνές δίκαιο και το οποίο θα έλυνε, προς όφελος της Ελλάδας, το σύνολο των «διαφορών» στο Αιγαίο. Παραδόξως όμως, ουδείς των ΑΟΖολογούντων και τόσο πολύ ασχολουμένων εσχάτως με το δίκαιο της θάλασσας προτείνει κάτι τέτοιο, γιατί αυτό σημαίνει να αγνοήσει η Ελλάδα το τουρκικό κάζους μπέλι. Αντίθετα, όταν λέμε στο ελληνικό λαό ότι θα ανακηρύξει ΑΟΖ και θα αποκτήσει τα πετρέλαια, είναι βέβαια πιο εύκολο να τον «παραμυθιάζουμε», τη βασική λειτουργία δηλαδή που ξέρει να κάνει η ελληνική πολιτική τάξη, έχοντας φέρει τη χώρα με αυτά και με κείνα στο χείλος της αβύσσου.

Ενδεχομένως πρέπει, να σημειώσουμε στο σημείο αυτό, να αναθεωρηθεί όντως ο τρόπος αντιμετώπισης τηςΤουρκίας. Πόσο συνετό είναι όμως να το πράξουμε εμείς, με δική μας πρωτοβουλία, σε μια από τιςχειρότερες περιόδους της εθνικής μας ύπαρξης και ότανντε φάκτο, έχει τεθεί σε αμφισβήτηση η θέση μας στην Ευρώπη, άρα έχει ανοίξει και η όρεξη παντός ενδιαφερόμενου να καλύψει το τυχόν «γεωπολιτικό κενό» που θα άφηνε η Ευρώπη στην Ανατολική Μεσόγειο; Πόσο λογικό θα ήταν οΜεταξάς, όταν του επέδωσε το τελεσίγραφο ο Ιταλός Πρέσβης, να καλούσε στη συνέχεια τον Γερμανό και τον Τούρκο και να τους κήρυσσε τον πόλεμο;

Η επανατοποθέτηση του συνόλου των ελληνοτουρκικών σχέσεων σε άλλη, τελείως διαφορετική βάση, είναι σκόπιμη. Αλλά αυτό προϋποθέτει ανεξάρτητο και σοβαρό κράτος, δεν μπορεί να γίνει με ανακηρύξεις ΑΟΖ από τα μπαλκόνια.

Οι πραγματικοί ειδικοί  τα γνωρίζουν αυτά. Και ο Καθηγητής ‘Αγγελος Συρίγος (Επίκαιρα) π.χ. και ο Πρύτανης του Παντείου κ. Τσάλτας (ελληνική έκδοση του Foreign Affairs) και άλλοι έχουν υπογραμμίσει στα άρθρα τους ότι είναι δύο διαφορετικά και άσχετα θέματα η ανακήρυξη ΑΟΖ και η εκμετάλλευσητων υδρογονανθράκων, διασώζοντας έτσι την επιστημονική τους εντιμότητα, κάτι διόλου αυτονόητο στην Ελλάδα.

ΤΑ ΠΛΕΟΝΕΚΤΗΜΑΤΑ ΤΗΣ ΑΟΖ

Μπορείτε να διερωτηθείτε σε αυτό το σημείο: Η ΑΟΖ δεν έχει κανένα πλεονέκτημα; Ασφαλώς και έχει είναι η απάντηση, όχι όμως αυτά που καταλαβαίνει ο υποκείμενος στην έντεχνη πλύση εγκεφάλουπολίτης, ότι ξαφνικά δηλαδή θα πάρουμε τα πετρέλαια που δικαιούμεθα και θα γίνουμε Κουβέιτ, λύνοντας και το απελπιστικό οικονομικό μας πρόβλημα.

Μεταξύ άλλων πλεονεκτημάτων είναι ότι το παράκτιο κράτος δια της ΑΟΖ έχει την ευθύνη έρευνας και διάσωσης, την ευθύνη φροντίδας του περιβάλλοντος και εκμετάλλευσης όλων των θαλάσσιων πόρων, όπως της αλιείας. Η ΑΟΖ είναι μια ευρύτερη της υφαλοκρηπίδας έννοια, ένα υπερσύνολο, τα δικαιώματα όμως επί υποθαλασσίων κοιτασμάτων τα διασφαλίζει ήδη η υφαλοκρηπίδα, δεν απαιτούν την ανακήρυξη  ΑΟΖ.

Η ΑΟΖ είναι οπωσδήποτε ένα χρήσιμο εργαλείο, για σκοπούς όμως ανεξάρτητους της εκμετάλλευσης υδρογονανθράκων και υπό τον όρο ότι η Ελλάδα έχει μια συγκροτημένη εθνική και θαλάσσια στρατηγική. Άλλωστε, ήδη ο νόμος του κ. Μανιάτη, που πέρασε το περασμένο καλοκαίρι, καλύπτει εν μέρει και το θέμα της ανακήρυξης, αναγνωρίζοντας, ελλείψει συμφωνιών οριοθέτησης, τη μέση γραμμή ως γραμμή οριοθέτησης των θαλασσίων ζωνών.

‘Ένα πλεονέκτημα της ΑΟΖ είναι ότι, άπαξ και αναγνωρισθεί, δεν μπορεί να τεθεί εν αμφιβόλω η διέλευση υποθαλάσσιων αγωγών και καλωδίων, χωρίς όμως να σημαίνει ότι είναι και αναγκαία προϋπόθεση για αυτό. Τα καλώδια που συνδέουν Κύπρο με Ελλάδα έχουν ποντισθεί χωρίς ΑΟΖ και χωρίς οι δύο χώρες να ζητήσουν την άδεια τρίτου. Και αντίστροφα, μια χώρα που έχει έλεγχο της ΑΟΖ μπορεί μεν να θέσει προσκόμματα ως προς τη συγκεκριμένη διαδρομή ενός υποθαλάσσιου αγωγού ή καλωδίου, όχι όμως και να απαγορεύσει τη διέλευσή του.

ΜΙΑ ΠΑΡΑΞΕΝΗ «ΑΟΖ»ΟΛΟΓΙΑ

Αξίζει να ανοίξουμε στο σημείο αυτό μια παρένθεση και να σημειώσουμε μια, κατά τη γνώμη μας, παραδοξότητα. Η μεγάλη πλειοψηφία των ΑΟΖολογούντων επέδειξε ελάχιστο ενδιαφέρον, επί πολλά χρόνια, για όλα τα θέματα της εξωτερικής πολιτικής. Βαριές επιλογές, με μεγάλες συνέπειες (μη επέκταση χωρικών υδάτων, ‘Ιμια, Οτσαλάν, S300, Μαδρίτη, Ελσίνκι, πράσινο φως για τουρκική ένταξη άνευ ουσιαστικού ανταλλάγματος, απαγόρευση στην Ελλάδα να έχει σχέσεις με τη Ρωσία κλπ.), ουδόλως τους ενόχλησαν.

Δεν τους ενόχλησε καν το μείζον των μειζόνων, η εμφάνιση δηλαδή, το 2002, ενός σχεδίου «λύσης» του κυπριακού, που κατέλυε το κυπριακό κράτος (σχέδιο Ανάν), όπως ημικατελύθη αργότερα το ελληνικό εμμέσως με τη Δανειακή και το Μνημόνιο. Οι περισσότεροι άλλωστε από τους «ΑΟΖολογούντες» δεν επέδειξαν στο παρελθόν κανένα ενδιαφέρον, ούτε το επαγγελματικό τους αντικείμενο είναι το δίκαιο της θάλασσας ή η εξωτερική πολιτική. Ποιά μύγα τους τσίμπησε ξαφνικά και γίνονται τουλάχιστο δύο ημερίδες κάθε μήνα στην Αθήνα, ενώ άλλα σοβαρά ζητήματα της εξωτερικής πολιτικής παραμένουν απολύτως απαρατήρητα και ασχολίαστα στον δημόσιο διάλογο;

ΤΑ ΜΕΙΟΝΕΚΤΗΜΑΤΑ ΤΗΣ ΑΟΖ

Αν τα πλεονεκτήματα της ΑΟΖ ως προς τους υδρογονάνθρακες είναι ουσιαστικά ανύπαρκτα, δεν είναι ανύπαρκτα και ορισμένα μειονεκτήματα αυτής της ιδέας. Διπλωματικά, η ‘Αγκυρα μπορεί να εκλάβει την ΑΟΖ ως απόπειρα αναθεώρησης του modus vivendi μεταξύ των δύο χωρών. ‘Ολη αυτή η φασαρία περί την ΑΟΖ, ιδίως αν οδηγήσει σε απερίσκεπτους και ανεπαρκώς προετοιμασμένους χειρισμούς, κάτι που είναι σχεδόν βέβαιο με το πολιτικό προσωπικό που έχουμε και σε συνθήκες προϊούσας εθνικής παραφροσύνης, μπορεί να συμβάλει στη δημιουργία ενός επιπλέον μηχανισμού έντασης με την Τουρκία, που δεν τον χρειάζεται αυτή τη στιγμή η Ελλάδα.

Δεύτερον, καλλιεργείται εντέχνως στον εν απελπισία τελούντα ελληνικό λαό, η ψευδής αλλά χρησιμοποιήσιμη εντύπωση ότι υφίσταται μια μαγική λύση στα προβλήματά του, τα «τεράστια» δηλαδή αποθέματα υδρογονανθράκων που αρκεί μια στοιχειωδώς μαχητική ελληνική πολιτική για να τα πάρει.

Στη χώρα όμως της «φαιδράς πορτοκαλέας», ουδείς έχει παρουσιάσει το παραμικρό στοιχείο για την ύπαρξη αυτών των τεραστίων αποθεμάτων. Μπορεί και να υπάρχουν, απλώς εμείς δεν το γνωρίζουμε.

Πριν από δύο χρόνια, η κυβέρνηση δήλωνε ότι δεν υπάρχουν άξια λόγου κοιτάσματα, τώρα όλοι ή σχεδόν το θεωρούν βέβαιο. Και ενώ συζητάμε για τα κοιτάσματα αυτά, διαλύουμε τη στοιχειώδη ερευνητική βάση που διαθέταμε για τον ορυκτό μας πλούτο!

Η Κύπρος πάντως, που έχει αποδεδειγμένα μεγάλα αποθέματα, δεν της έλυσαν το πρόβλημα, και είναι τώρα στον προθάλαμο του μνημονίου.

Επιπλέον όμως, η Δανειακή Σύμβαση και το Μνημόνιο, έχουν δέσει την Ελλάδα κατά τέτοιο τρόπο, που τα κοιτάσματα αυτά να κινδυνεύουν να περιέλθουν περίπου αυτομάτως στη ιδιοκτησία των πιστωτών.

Δυστυχώς, όσο κι αν είναι δύσκολο, μόνο η αποδέσμευση από αυτό το καθεστώς δανειακών συμβάσεων και μνημονίων μπορεί πλέον να επαναφέρει τον εθνικό πλούτο στην κυριότητα του ελληνικού κράτους και να αποκαταστήσει την δυνατότητα ύπαρξης στοιχειωδώς ανεξάρτητου ελληνικού κράτους και αξιοπρεπούς, κυρίαρχης επιβίωσης του ελληνικού λαού εντός αυτού του κράτους. Αυτή είναι η θλιβερή

πραγματικότητα και μόνο κινδύνους για το έθνος μπορεί να σωρεύσει η προσπάθεια παράκαμψης αυτής της σκληρής αλήθειας. Αν εθνικό είναι το αληθές, όπως δίδασκε ο Διονύσιος Σολωμός, θα μπορούσαμε να πούμε και ότι αντεθνικό είναι το αναληθές.

*Πηγή: «Η Ελλάδα Αύριο», 13/6/12.

Τον ξέρουμε τον δρόμο σύντροφε Σκουρλέτη

Τον ξέρουμε τον δρόμο σύντροφε Σκουρλέτη

Τον ξέρουμε τον δρόμο σύντροφε Σκουρλέτη

Του Πάσχου Λαζαρίδη.

Ο σύντροφος εκπρόσωπος πρωί πρωί αιφνιδίασε αρνητικά. Σε εμφάνισή του στο Mega υποστηρίζει ευθέως ότι κάτι βρώμικο υπήρχε στην εισβολή των εργαζόμενων στο Πεντάγωνο:

“Πολύ εύκολα δεν μπήκανε χτες; Δεν ήταν λίγο περίεργη αυτή η υπόθεση; Στο υπουργείο Εθνικής Άμυνας, είναι παρατεταγμένα τα ΜΑΤ, τα οποία έχουμε δει πως λειτουργούνε εδώ και δύο χρόνια, απέναντι στους εργαζόμενους, απέναντι σε νεολαίους που πάνε να πιούνε την μπύρα τους στα Εξάρχεια. Χτες λοιπόν κατά έναν περίεργο τρόπο αυτά όλα εξαφανιστήκανε”.

Ο Οικονομέας μάλλον έκπληκτος ρωτάει: Καλά τι εννοείτε τώρα, ότι τους κάνανε πλάτες να μπούνε μέσα”;

Η απάντηση είναι όλα τα λεφτά:

“Αυτό δεν το ξέρω, βάζω ένα ερωτηματικό. Θέλετε να το ψάξουμε όλοι μαζί; …Υπαινίσσομαι ότι πρέπει να ψάξουμε γιατί ήταν τόσο χαλαρή, η πολύ σκληρή σε άλλες περιπτώσεις στάση της Αστυνομίας”.

Ο Καμπουράκης επεμβαίνει: “Όταν χτυπάει η Αστυνομία καταγγέλλετε καταστολή και όταν δεν χτυπάει καταγγέλλετε σχέδιο”;

Και χα χα χα τα γέλια στο στούντιο.

mat 5gonoΑς εξαιρέσουμε τα προφανή ολισθήματα του εκπροσώπου τύπου. Ας καταπιούμε το ότι η “χαλαρή” στάση της αστυνομίας -κατά Σκουρλέτη- διαψεύδεται από την δίπλα εικόνα. Ας ξεχάσουμε επίσης ότι όταν χτυπιούνται απεγνωσμένοι και απλήρωτοι εργαζόμενοι, είναι διπλά απαράδεκτο η αριστερά να μην στέκεται αταλάντευτα δίπλα τους, να τους αδειάζει, ή να εγκαλεί την αστυνομία για χαλαρότητα. Κι ας ξεπεράσουμε ότι ακόμη μια φορά ο επίσημος ΣΥΡΙΖΑ καθορίζεται από την πίεση του Μπόμπολα και του Αλαφούζου και όχι από την απόγνωση του λαού, των ίδιων των μελών του και των φίλων του. Επί 24 ώρες τα ΜΜΕ κρώζουν “αν είναι δυνατόν” για την εισβολή στο Πεντάγωνο. Και αντί η αριστερά να απαντήσει με ένα στεντόρειο “άμετε στο διάολο”, κάθεται και προβληματίζεται για το πώς έγινε δυνατόν κάτι τέτοιο και παραδέχεται ότι οι αντιδράσεις των απλήρωτων εργατών είναι …υπερβολικές.

Ας πάμε στο ψητό.

Η ουσία δεν είναι ότι ο Σκουρλέτης είναι πολύ λίγος, όπως επαναλαμβάνουν διάφοροι σύντροφοι, εννοώντας εμμέσως ότι “δεν κάνει” ή “δεν μπορεί”. Ούτε φυσικά ότι ο Σκουρλέτης δεν κατανοεί ότι άλλη είναι η μαχητικότητα ενός αριστεριστή, εξαρχειώτη ή φοιτητή που σνιφάρει κάθε τρεις και λίγο χημικό και έχει συνηθίσει την εικονική σύγκρουση στα λουλουδάδικα, και άλλη ενός απεγνωσμένου πατέρα, απλήρωτου επί τρεισήμισι χρόνια, που κατεβαίνει στο δρόμο επειδή το παιδί του πεινάει. Ας με συγχωρήσουν οι καλοί μου σύντροφοι, αριστεριστές, εξαρχειώτες και φοιτητές, αλλά ένας τέτοιος πατέρας είναι πολύ πιο επικίνδυνος και αποφασισμένος.

Η ουσία επίσης δεν είναι ότι ο ΣΥΡΙΖΑ αποκαλύφθηκε, ότι έγινε ΔΗΜΑΡ, ΠΑΣΟΚ, ΝΔ ή και κάτι χειρότερο, ότι καλεί τα ΜΑΤ να χτυπήσουν τους απεργούς, ότι επιτέλους αποκάλυψε το πραγματικό αντιδραστικό του πρόσωπο, ότι έπεσαν οι μάσκες του ρεφορμισμού, ότι αποκαλύφθηκε το στυγνό προσωπείο του κυβερνητισμού, ότι τέρμα πια οι αυταπάτες και τα γνωστά.

Η ουσία είναι χειρότερη από την πρώτη περίπτωση και σοβαρότερη από τη δεύτερη.

Και βρίσκεται σε αυτό που επαναλαμβάνεται εδώ και μέρες από κύκλους του ΣΥΡΙΖΑ:

Εξελίσσεται σχέδιο αντιδημοκρατικής εκτροπής. Κυοφορούνται ραγδαίες εξελίξεις. Διάφορα σκοτεινά κέντρα δεν θέλουν ομαλές εξελίξεις. Ο ΣΥΡΙΖΑ θέλει “όλες οι αντιδράσεις να πάρουν μορφή δημοκρατικής ανατροπής της κυβέρνησης”. Οι λίστες και η ονοματολογία παίζουν ρόλο αποσταθεροποίησης. Επεμβαίνουν ξένα και ντόπια κέντρα, η κατάσταση είναι περίπλοκη, θέλει προσοχή, πολύ προσοχή, πάρα πολύ προσοχή κοκ.

Περιέργως, αντίστοιχους φόβους έχει και το αστικό επιτελείο: Ο Σαμαράς καταγγέλλει σχέδιο αποσταθεροποίησης και μιλά για το λόμπι της δραχμής. Ότι βρίσκεται στο επίκεντρο μιας συντονισμένης επίθεσης. Ο Βενιζέλος αποκάλυψε επίσης σχέδιο συντονισμένης επίθεσης ενάντια στον εαυτό του, δηλαδή ενάντια στη χώρα, στην πατρίδα, στους θεσμούς, στη δημοκρατία και στο πολιτικό σύστημα (διότι όλα αυτά αποτυπώνονται στο πρόσωπό του).

Στοιχεία αλήθειας υπάρχουν σε όλα τα παραπάνω: Υπάρχει αποσταθεροποίηση (με ή χωρίς σχέδιο), υπάρχει επιχείρηση πολιτικής αναμόρφωσης (με ή χωρίς λίστες), χρειάζεται και προσοχή.

Ποιο είναι όμως το δια ταύτα;

Αναμένουμε προσεχτικά να ξετυλιχτεί το κουβάρι;

Δεν κάνουμε σπασμωδικές και εξοργισμένες κινήσεις;

Οι λίστες, η βρωμιά και η δυσωδία είναι παραπλανητικοί ελιγμοί και η αριστερά δεν πρέπει να δίνει σημασία διότι είναι “αποπροσανατολιστικά”;

Προφυλασσόμαστε από το -προς το παρόν- αόρατο λόμπι της δραχμής, αρματώνοντας τη συμμορία του ευρώ;

Φοβόμαστε και φοβίζουμε, επισείοντας τον μπαμπούλα πραξικοπήματος; (Γεια σου Ψυχάρη αρχηγέ!)

Στην ανευθυνότητα του εξοργισμένου απεργού, αντιπαραβάλλουμε την υπευθυνότητα της αριστεράς;

Δεν κουνιόμαστε για να μην αποσταθεροποιηθεί το σύστημα περισσότερο;

Δεν μπουκάρουμε στο Πεντάγωνο για να μην γίνει στρατιωτικό κίνημα;

Συνιστούμε ψυχραιμία στον άνεργο και στον πεινασμένο, για να μην προκύψουν ανεξέλεγκτες εξελίξεις;

Το πρόβλημα με τις δηλώσεις Σκουρλέτη είναι τα παραπάνω. Είναι δηλαδή η συλλογικά αποφασισμένη εμμονή στην αντιπολιτευτική τακτική του ώριμου φρούτου, των ομαλών πολιτικών εξελίξεων, της μακροημέρευσης Σαμαρά, της αναβολής της ενδεχόμενης (και ζητούμενης) πολιτικής ανατροπής.

Για αυτά εγκαλείται ο ΣΥΡΙΖΑ.

Όχι για το αν έπεσε το προσωπείο του και καλεί τα ΜΑΤ να ματοκυλάνε τους εργαζόμενους.

Αλλά για την “αυθορμήτως” πολλαπλασιαζόμενη αφήγηση της “εκτροπής” και της “αποσταθεροποίησης”.

Αν όμως εκτιμάς ότι υπάρχει σχέδιο αντιδραστικής εκτροπής, δεν καλείς το λαό να κάτσει ήσυχα μην εξαγριώνει τους αντιδραστικούς. Δεν του ζητάς να μην δίνει αφορμές.

Το εντελώς ανάποδο: Βγαίνεις στο δρόμο μαζί με το λαό και μπουκάρεις εσύ στα υπουργεία (λέμε τώρα), για να υπάρξει προοδευτική, λαϊκή, αντισυστημική ανατροπή. Δεν περιμένεις τις ευρωεκλογές του 2014 ελπίζοντας σε κλίμα εθνικής ενότητας, πολιτικού πολιτισμού και δημοκρατικής ομοψυχίας. Διότι έτσι ούτε καν στο 2013 δεν θα φτάσουμε, κι αν φτάσουμε, ο λαός θα είναι εξοντωμένος και η αριστερά στη γωνία.

Δόξα το θεό, στη χώρα μας και χούντες είχαμε, και με τις πιτζάμες μας πιάσανε, και λάθος εκτιμήσεις κάναμε, και μαλακίες λέγαμε. Άμα είναι να χάσουμε, τον δρόμο τον ξέρουμε και μόνοι μας σύντροφε Σκουρλέτη.

ΠΑΡΑΜΕΝΟΥΜΕ ΣΤΟ ΕΥΡΩ, ΔΙΑΛΥΟΥΜΕ ΤΗΝ ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Του ΚΩΣΤΑ ΛΑΠΑΒΙΤΣΑ*
Η επιδείνωση της οικονομικής κατάστασης στην Ισπανία τις τελευταίες εβδομάδες σηματοδότησε νέα φάση της ευρωπαϊκής αναταραχής. Είναι πια φανερό ότι δεν έχουμε τρεις, ή τέσσερις κρίσεις, μία σε κάθε χώρα, που απλώς έτυχε να συμπέσουν χρονικά, κάτι που θα ήταν ιστορικά πρωτοφανές. Η αναταραχή είναι ενιαία, πηγαζει από την παγκόσμια κρίση που ξέσπασε το 2007 κι έχει να κάνει με τη νομισματική ένωση. Το κοινό νόμισμα έχει διαχωρίσει την ευρωζώνη σε κέντρο και περιφέρεια. Τα χρέη της περιφέρειας – δημόσια και ιδιωτικά – είναι σε ευρώ, το οποίο υποτίθεται ότι είναι το εθνικό νόμισμα της κάθε χώρας, αλλά στην πράξη είναι ένα ξένο νόμισμα που ελέγχεται κυρίως από το Βερολίνο δημιουργώντας ασφυξία στην περιφέρεια. Η αντιμετώπιση της κρίσης με τις μεθόδους της τρόικας μέσα στο πλαίσιο της νομισματικής ένωσης επιφέρει ύφεση, ανεργία, φτώχεια και κοινωνική διάλυση.

Η ισπανική οικονομία, όσο κι αν ξαφνιαστούν πολλοί στην Ελλάδα, είναι ίσως ασθενέστερη της ελληνικής, όπως τουλάχιστον αυτή ήταν πριν παρέμβει η τρόικα. Κατά τη δεκαετία του 2000, ο ρυθμός ανάπτυξης και η άνοδος της παραγωγικότητας ήταν χαμηλότεροι από τους ελληνικούς. Η ισπανική ανταγωνιστικότητα υποχώρησε συστηματικά ως προς τις χώρες του κέντρου, με αποτέλεσμα το 2008 η χώρα να έχει έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών της τάξης του 10% του ΑΕΠ. Υπήρξε επίσης πιστωτικό όργιο στην αγορά ακινήτων, το οποίο τελικά οδήγησε το τραπεζικό σύστημα σε κατάσταση χρεοκοπίας. Στην ουσία η ένταξη της Ισπανίας στην ΟΝΕ ήταν αποτυχημένη.

Αντιμέτωπη με την κρίση η ισπανική πολιτική ελίτ υιοθέτησε το δίπτυχο της τρόικας, δηλαδή ‘σταθεροποίηση μέσω λιτότητας’ και ‘ανάπτυξη μέσω απελευθέρωσης αγορών και ιδιωτικοποιήσεων’, αλλά ηπιότερα από την Ελλάδα δεδομένου ότι η τρόικα δεν παρενέβη επίσημα. Έστω κι έτσι, τα αποτελέσματα ήταν καταστροφικά. Το 2012 η Ισπανία αντιμετωπίζει δημοσιονομικό έλλειμμα της τάξης του 6.5%, συρρίκνωση του ΑΕΠ ίσως 2-3%, ανεργία που ξεπερνάει το 25%. Τεράστιες εντάσεις έχουν εμφανιστεί ανάμεσα στις επαρχίες της χώρας, ιδίως στην Καταλωνία, λόγω λιτότητας και χρηματικών μεταβιβάσεων. Οι ισπανικές τράπεζες θα χρειαστούν τουλάχιστον 60δις για ανακεφαλαιοποίηση, ενώ τα επιτόκια μακροχρόνιου δημόσιου δανεισμού κινούνται ξανά κοντά στο απαγορευτικό 6%. Μέσα σ’αυτό το κλίμα, η κυβέρνηση Ραχόι ανακοίνωσε νέο πρόγραμμα λιτότητας ύψους 40δις για να φέρει το έλλειμμα στο 4.5% το 2013, με την ελπίδα να αποφύγει ισπανικό Μνημόνιο. Πρόκειται για παραλογισμό που θα οδηγήσει τη χώρα σε έρημο, χωρίς να αποφευχθεί τελικά η παρέμβαση της τρόικας.
Η Ελλάδα βρίσκεται βέβαια ήδη στην έρημο. Μέ το δίπτυχο ‘σταθεροποίηση και ανάπτυξη’ που επέβαλε η τρόικα, θα υπάρξει συνολική συρρίκνωση του ΑΕΠ περίπου 20% μέχρι το τέλος του 2012, ενώ η ανεργία πλέον ξεπέρασε το 24%. Τα στοιχεία της συνολικής ζήτησης βρίσκονται σε άτακτη υποχώρηση – κατανάλωση, επενδύσεις και (τον Ιούλιο-Αύγουστο) ακόμη και οι εξαγωγές που είχαν δείξει κάποιο δυναμισμό μετά το 2010. Η πτώση τους μάλλον οφείλεται στην ύφεση που πλέον χτυπάει ολόκληρη την ευρωζώνη, αλλά και στην υψηλή ισοτιμία του ευρώ, καθώς και στη δυσκολία των εξαγωγέων να λάβουν πιστώσεις από τις τράπεζες.
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι και το δεύτερο Μνημόνιο που συνόδευσε το καταστροφικό PSI έχει εξωκείλει πλήρως. Το πρωτογενές έλλειμμα για το 2012 πιθανώς να κινηθεί γύρω στα 3δις, οι ανάγκες ανακεφαλαιοποίησης των τραπεζών αυξάνονται συνεχώς καθώς όλο και περισσότερα δάνεια δεν μπορούν να εξυπηρετηθούν, το δημόσιο χρέος είναι γύρω στο 170% και δεν υπάρχει απολύτως καμία περίπτωση να επιτευχθεί ο στόχος του 120% για το 2020. Το πρόγραμμα του δεύτερου Μνημονίου αναπόφευκτα θα χρειαστεί επιμήκυνση, η οποία θα απαιτήσει νέο δανεισμό, ίσως και 30-40 δις.
Αντιμέτωπη με μια οικονομία που ήδη καταρρέει, η τρικομματική κυβέρνηση ετοιμάζει να επιβάλει νέα λιτότητα της τάξης των 13-14δις. Την οποία συνοδεύει με διάφορες εξωπραγματικές εκτιμήσεις περί ισοσκελισμένου προϋπολογισμού, χαμηλών νέων δανειακών αναγκών λόγω επιμήκυνσης, και ‘φως στο τούνελ’ το 2014. Η συντηρητικότερη ρεαλιστική εκτίμηση είναι ότι το 2013 η συρρίκνωση του ελληνικού ΑΕΠ θα είναι 5% με την ανεργία να οδεύει προς το 30%. Αν υπάρξει γενικευμένη παγκόσμια ύφεση, πράγμα διόλου απίθανο, η συρρίκνωση του ΑΕΠ θα είναι κατά πολύ μεγαλύτερη, χωρίς ωστόσο να έχει θεραπευτεί η κρίση. Εν ολίγοις, η Ελλάδα απειλείται με κοινωνικό ολοκαύτωμα.
Η τακτική που ακολουθεί η ελληνική άρχουσα τάξη είναι ξεκάθαρη. Θα επιβάλλει νέα λιτότητα, παρά τις τρομακτικές επιπτώσεις για την κοινωνία, αγωνιώντας να λάβει την επόμενη δόση των 31.5δις. Παράλληλα το κράτος έχει στην ουσία κηρύξει μερική παύση εσωτερικών πληρωμών προς επιχειρήσεις και επαγγελματίες, ενώ μονοπωλεί τη διαθέσιμη ρευστότητα από τις τράπεζες, σε μιά προσπάθεια να κερδηθεί χρόνος. Με τα 31.5δις ελπίζεται ότι θα ανακεφαλαιοποιηθούν οι τράπεζες και θα πληρωθούν μερικά από τα χρέη του Δημοσίου. Θα κρατηθεί έτσι η χώρα με νύχια και με δόντια μέσα στο ευρώ, προσβλέποντας στην πολυπόθητη ‘συνολική’ λύση για την ΟΝΕ, οπότε κάποιο ξεροκόμματο θα πεταχτεί στην Ελλάδα. Αυτός ο παιδαριώδης συλλογισμός εμφανίζεται ως ‘στρατηγική’ από τους αρριβίστες που χαράζουν την πορεία της χώρας την τελευταία τριετία.
Το πρώτο εμπόδιο που θα αντιμετωπίσει το μεγαλοφυές σχέδιο είναι το ΔΝΤ. Όχι λόγω σκληρότητας, ή ιδεολογικής αγκύλωσης, όπως συχνά λέγεται στη χώρα μας, αλλά λόγω καταστατικού και αδήριτης ελληνικής πραγματικότητας. Η έκθεση του ΔΝΤ στη χώρα μας, αν συνεχιστεί το δεύτερο Μνημόνιο, θα φτάσει τα 45δις. Πρόκειται για τεράστιο ποσό και οι φτωχές χώρες που παρέχουν κονδύλια δικαιολογημένα διαμαρτύρονται. Το χειρότερο όμως είναι ότι, αν η Ελλάδα κηρύξει αδυναμία πληρωμής – που ήδη διαγράφεται – αναγκαστικά δεν θα πληρώσει και το ΔΝΤ. Θα πρόκειται για πρωτοφανές γεγονός, βόμβα στα θεμέλια του παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού συστήματος. Ως εκ τούτου, το ΔΝΤ επείγεται να αποσυρθεί από το αποτυχημένο ελληνικό πρόγραμμα.
Το δεύτερο εμπόδιο είναι η εξασφάλιση νέων πηγών χρηματοδότησης. Η Ελλάδα, είτε λόγω επιμήκυνσης του Μνημονίου, είτε μετά από κάποια ‘συνολική’ λύση, θα χρειαστεί δεκάδες δισεκατομμυρίων. Ποιό ευρωπαϊκό κοινοβούλιο θα εγκρίνει νέα κονδύλια; Η Ελλάδα θα χρειαστεί επίσης διαγραφή του χρέους της ώστε να γίνει βιώσιμο. Φρόντισε όμως το απαράδεκτο PSI να μετατρέψει το χρέος από ιδιωτικό σε επίσημο, απαλλάσσοντας τις τράπεζες του εξωτερικού με ευνοϊκούς όρους. Ο χαμένος από μια νέα διαγραφή θα είναι ευθέως ο ευρωπαίος πολίτης, πράγμα που την καθιστά πολιτική δυναμίτιδα για τους ιθύνοντες της ΕΕ.
Το τρίτο, και τελικά ίσως σημαντικότερο, είναι ότι σε καμία περίπτωση δεν προβλέπεται άρση της λιτότητας και άρα θα οξυνθούν κι άλλο οι κοινωνικές πιέσεις. Όσοι νομίζουν ότι η χαλαρή πολιτική αντίδραση της αντιπολίτευσης θα επιτρέψει στην ελληνική άρχουσα τάξη να ελέγξει την κατάσταση, πλανώνται πλάνην οικτράν. Διότι υπάρχει επίσης η διαδικασία κοινωνικής αποσάθρωσης και η ανομία, που κάλλιστα μπορούν να οδηγήσουν σε ακυβερνησία. Τα φαινόμενα που θα εμφανιστούν στις λαϊκές γειτονιές της Αθήνας το 2013-4, αν συνεχιστεί η τρέχουσα πολιτική, θα είναι πρωτοφανή. Η παραμονή στο ευρώ διαλύει την κοινωνία.
Η ιστορική ευθύνη της Αριστεράς στις συνθήκες αυτές είναι τεράστια. Καλείται να δράσει ως ηγέτιδα δύναμη που μπορεί να βγάλει την κοινωνία από την κρίση, αλλάζοντας τους συσχετισμούς υπέρ της εργασίας και να βάζοντας τη χώρα σε τροχιά προόδου. Για να το κάνει αυτό όμως πρέπει πρώτα να δεχτεί ότι η αποτυχία του προγράμματος της τρόικας δεν οφείλεται γενικά και αφηρημένα στη λιτότητα. Η λιτότητα είναι ιδιαίτερα καταστρεπτική στην Ελλάδα γιατί η χώρα δεν έχει έλεγχο της νομισματικής πολιτικής και η ΟΝΕ δεν επιτρέπει την υποτίμηση του νομίσματος. Συνεπώς όλη η πίεση διοχετεύεται στο εσωτερικό, δημιουργώντας τραγικές καταστάσεις. Πρέπει επίσης η Αριστερά να δεχτεί ότι το δίπτυχο ‘σταθεροποίηση και ανάπτυξη’ δεν είναι πολιτική ιδιοτροπία της κακιάς Μέρκελ. Απεναντίας, πηγάζει από τη νεοφιλελεύθερη ιδεολογία στον πυρήνα της ΟΝΕ και από τα τραπεζικά και επιχειρηματικά συμφέροντα που τη στηρίζουν.
Παρόμοια ελληνικά συμφέροντα, άρρηκτα δεμένα με την ΟΝΕ, δημιούργησαν την εγχώρια ‘παράταξη του ευρώ’, επεβαλαν τα Μνημόνια, εξαπέλυσαν πρωτοφανή ιδεολογικό πόλεμο και γέννησαν φόβο στους εργαζόμενους. Τα συμφέροντα αυτά διακινδυνεύουν ολική καταστροφή και απώλεια της εθνικής κυριαρχίας, αρκεί να παραμείνει η χώρα στο ευρώ περιμένοντας τη σωτηρία από τις Βρυξέλλες. Το δυστύχημα είναι ότι το φετίχ του ευρώ έχει φτάσει να φοβίζει και μεγάλα κομμάτια της Αριστεράς. Όσο η Αριστερά δεν αντιμετωπίζει με θάρρος και λογική την ευρωψύχωση των κυρίαρχων στρωμάτων, δεν θα μπορέσει να διαμορφώσει εναλλακτικό πρόγραμμα υπέρ των λαϊκών συμφερόντων.
Η απόρριψη της λιτότητας, η διακήρυξη ριζοσπαστικών προθέσεων και οι μακροσκελείς λίστες μέτρων, ούτε πείθουν, ούτε αποτελούν ουσιαστικό πρόγραμμα, όταν παράλληλα λέγεται σε όλους τους τόνους ότι η χώρα θα παραμείνει στην ΟΝΕ. Το θέμα του ευρώ πρέπει να τεθεί με όρους κυβερνητικής εξουσίας στη βάση προγράμματος για κάθε ενδεχόμενο. Κανείς δεν αντιλέγει ότι μία έξοδος από την ΟΝΕ θα ήταν επώδυνη διαδικασία, με σημαντικούς κινδύνους. Αν όμως η Ελλάδα είχε φύγει από το ευρώ το 2010, δεν θα είχε το κόστος του 18% του ΑΕΠ που της επιφύλαξαν τα Μνημόνια και σήμερα θα ήταν στην ανάκαμψη. Τώρα η χώρα καταρρέει, το άμεσο μέλλον διαγράφεται τραγικό και τα δυσκολότερα είναι ακόμη μπροστά της. Θα πρόκειται για ιστορική ολιγωρία προς την ελληνική κοινωνία να μη δώσει εγγυήσεις η Αριστερά ότι μπορεί να αντιμετωπίσει και την έξοδο με όρους που θα είναι υπέρ του κόσμου της εργασίας. Είμαστε πλέον στο παρά ένα.

ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΣΤΟ ΑΡΘΡΟ ΤΗΣ ΚΟΜΕΠ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΤΑΡΣΥΑ

 

Του ΧΡΙΣΤΟΥ ΤΟΥΛΙΑΤΟΥ*

ΑΠΟ ΤΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ «ΕΚΤΟΣ ΓΡΑΜΜΗΣ»

Στο τελευταίο τεύχος της Κομμουνιστικής Επιθεώρησης (ΚΟΜΕΠ) (τεύχος 4-5/12) δημοσιεύτηκε ένα άρθρο κριτικής του Αποστόλη Παππά στις βασικές θέσεις της ΑΝΤΑΡΣΥΑ και εκτιμήσεων για τη φυσιογνωμία και την προοπτική της. Είναι σκόπιμη μία σύντομη απάντηση στο βαθμό που ο διάλογος μεταξύ των αριστερών (και ειδικότερα των κομμουνιστογενών) δυνάμεων είναι σημαντικός τόσο εν γένει όσο και, ειδικότερα, στη συγκυρία και τη ρευστότητα της κοινωνικοπολιτικής και οικονομικής κρίσης.

Είναι σαφές ότι στην τελευταία διαπίστωση δεν θα συμφωνήσει και η ηγεσία του ΚΚΕ ούτε ηΙδεολογική Επιτροπή της ΚΕ, μέλος της οποίας συνέγραψε το άρθρο. Είναι όμως, αν μη τι άλλο, θετικό ότι ο τρόπος που διεξάγουν πλέον αυτό τον άτυπο διάλογο έχει εμφανώς ξεφύγει από την έως πρόσφατα αφοριστική αντιμετώπιση και σχεδόν πλήρη ταύτιση των προτάσεων της ΑΝΤΑΡΣΥΑ με αυτές του ΣΥΡΙΖΑ. Σημείο τομής (χρονικά και χωρίς κάποια άλλη υπόνοια σχετικά με αυτό) είναι το άρθρο «Με αφορμή την πρόταση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ για «κοινή δράση της Αριστεράς» που δημοσιεύτηκε στοΡιζοσπάστη ως απάντηση στο κάλεσμα για συγκρότηση Αγωνιστικού Μετώπου Ρήξης και Ανατροπής που απεύθυνε η ΚΣΕ της ΑΝΤΑΡΣΥΑ στις υπόλοιπες δυνάμεις της Αριστεράς [1].

Η τελευταία ΚΟΜΕΠ περιλαμβάνει άρθρα που στοχεύουν ανοιχτά, όπως αναφέρεται στο σημείωμα της σύνταξης, στον ιδεολογικό εξοπλισμό των μελών για τις ανάγκες του πολιτικού αγώνα και τις απαιτήσεις αυτού στο μετεκλογικό τοπίο [2]. Περιλαμβάνει άρθρα για τις οικονομικές και πολιτικές εξελίξεις, για τη διαχείριση της κρίσης στην ΕΕ και την Ελλάδα, για την πείρα από το κίνημα της Αργεντινής, για την ιστορική πορεία του SPD από μαρξιστικό κόμμα σε αστικό κυβερνητικό κόμμα και για την πολιτική συμμαχιών της δεκαετίας ’50-’60 και την πείρα της ΕΔΑ. Είναι σαφές από τη διάταξη της ύλης ότι το διπλό τεύχος έχει όντως τη στόχευση που αναφέρει η εισαγωγή του με κείμενα βασικών εκτιμήσεων για την περίοδο και κείμενα για εξοπλισμό επιχειρημάτων στην αντιπαράθεση με το ΣΥΡΙΖΑ και το σύνθημα της «αριστερής κυβέρνησης».

Φαντάζει αρχικά παράταιρο ένα άρθρο κριτικής στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ εντός αυτής της διάταξης ύλης στο βαθμό που η ΑΝΤΑΡΣΥΑ εκλογικά επίσης έπεσε αρκετά στις δεύτερες εκλογές χάνοντας μέρος της σχετικής δυναμικής που ανέπτυξε τα τελευταία δύο χρόνια και δεν φαντάζει σοβαρή απειλή για τις δυνάμεις του ΚΚΕ. Με άλλα λόγια, ενώ η ανάγκη των προηγούμενων άρθρων τεκμαίρεται από τις κύριες δυναμικές που αναπτύσσονται διεθνώς και στη χώρα μας, αλλά και εντός της ελληνικής αριστεράς, το άρθρο αυτό δεν φαίνεται να ανταποκρίνεται σε κάποια τέτοια ανάγκη. Επειδή δεν σκοπεύουμε να κάνουμε τον ίσκιο μας μπόϊ και δεν πιστεύουμε ότι η ΑΝΤΑΡΣΥΑ έχει κάποια κρυφή δυναμική που δεν φαίνεται δεν μπορούμε παρά να οδηγηθούμε σε ένα συμπέρασμα. Το άρθρο ανταποκρίνεται σε μία εσωτερική ανάγκη του ΚΚΕ και της κυρίαρχης γραμμής του να τεκμηριώσει σε μέλη και οπαδούςγιατί δεν βλέπει κανένα περιθώριο συνεργασίας με μία δύναμη που δεν είναι φιλοΕΕ και διαχειριστική, που αναφέρεται σε αντιιμπεριαλιστικούς και αντικαπιταλιστικούς στόχους, έχει αναφορά στην κομμουνιστική προοπτική και τα μέλη και στελέχη της έχουν μία έντιμη διαδρομή στο κίνημα και την πολιτική διαπάλη.

Η βασική εκτίμηση του άρθρου είναι ότι υπάρχουν εν εξελίξει διεργασίες για τη συγκρότηση ενός τρίτου πόλου στην Αριστερά που θα καλύψει τη θέση ενός οπορτουνιστικού μορφώματος μιας και οΣΥΡΙΖΑ εξελίσσεται σε νέα σοσιαλδημοκρατία και θα καταλάβει την κεντρική θέση του κεντροαριστερού πόλου στο νέο αστικό πολιτικό σκηνικό. Με άλλα λόγια, τώρα που ο ΣΥΡΙΖΑ θα καταλάβει τη θέση του ΠΑΣΟΚ, κάποιος θα πρέπει να καταλάβει τη θέση του ΣΥΡΙΖΑ [3]. Στις διεργασίες αυτές, όπως αναφέρεται, εντάσσονται αντικειμενικά δυνάμεις όπως το Αριστερό Ρεύμα, το Μέτωπο Αλληλεγγύης και Ανατροπής και η ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Είναι αλήθεια ότι τα τελευταία δύο χρόνια έχει διαμορφωθεί μία συζήτηση και σύγκλιση σε βασικά αιτήματα γύρω από το χρέος, το ευρώ και την ΕΕ στο δυναμικό που προέρχεται από αυτούς τους χώρους καθώς και σε άλλες οργανωμένες και ανένταχτες δυνάμεις. Εκτιμούμε, επίσης, ότι η ροή των εξελίξεων και η όξυνση της κρίσης της Ευρωζώνης με πραγματικό υλικό ενδεχόμενο την αποπομπή της Ελλάδας από το ευρώ δημιουργεί αντικειμενικά συνθήκες και χώρο για τη μετωπική σύγκλιση δυνάμεων γύρω από τους άξονες ενός μεταβατικού προγράμματος (παύση πληρωμών-διαγραφή του χρέους, έξοδος από ευρώ και ΕΕ,εθνικοποίηση τραπεζών και κρίσιμων μεγάλων επιχειρήσεων με εργατικό και λαϊκό έλεγχο,ριζική αναδιανομή εισοδήματος προς όφελος των δυνάμεων της εργασίας κλπ.). Αυτό όμως δεν σημαίνει και ότι αυτή η «διεργασία» έχει προχωρήσει όσο πιστεύουμε ότι θα έπρεπε βάσει της κρισιμότητας της περιόδου. Ούτε, φυσικά ότι εντάσσουμε τέτοιου τύπου διεργασίες στη λογική της κάλυψης ενός υποτιθέμενου κενού στο χώρο του «οπορτουνισμού». Χρήσιμο, μάλιστα, θα ήταν να προβληματιστεί και η ΚΟΜΕΠ όχι μόνο για τις μετατοπίσεις και «καλύψεις κενών» στην υπόλοιπη Αριστερά, αλλά και για το ποιός θα καλύψει το «κενό» που μάλλον αφήνει με τη σημερινή κατεύθυνση του το ΚΚΕ. Και πολύ περισσότερο ποιός άλλος πολιτικός χώρος θα καλύψει το «κενό» που τείνει να αφήσει όλο και πιο κραυγαλέα όλη η Αριστερά (του ΣΥΡΙΖΑ συμπεριλαμβανομένου με τη λογική της«υπεύθυνης αντιπολίτευσης» με την οποία πολιτεύεται πλέον) στο χώρο των δυνάμεων που επαγγέλονται μία εναλλακτική πορεία για την διέξοδο από την κρίση πέρα από τη μνημονιακή κατεύθυνση.

Η κεντρική θέση της κριτικής μας απέναντι στο ΚΚΕ είναι, σε τελική ανάλυση, γύρω ακριβώς από αυτά τα σημεία. Η κατεύθυνση που ακολουθεί το ΚΚΕ τα τελευταία χρόνια συγχέει και ταυτίζει σχεδόν ολοκληρωτικά την τακτική με τη στρατηγική κάτι που οδηγεί σε κραυγαλέα υποτίμηση της συγκρότησης ενός μεταβατικού προγράμματος και της μετωπικής συσπείρωσης ή ακόμα και τηςκοινής δράσης γύρω από αυτό με ηγεμονία των κομμουνιστικών δυνάμεων. Και αυτό, μάλιστα, ενώ η διακηρυγμένη προγραμματική θέση του Κόμματος κινείται σε εντελώς αντίθετη κατεύθυνση, κάτι στο οποίο δικαίως ασκούν κριτική και δυνάμεις που προέρχονται από το Κόμμα. Ας γίνουμε πιο συγκεκριμένοι:

Το κοινό νήμα που διαπνέει τις κριτικές του ΚΚΕ προς την ΑΝΤΑΡΣΥΑ και τις δυνάμεις που αναφέρονται σε ένα τέτοιο μεταβατικό πρόγραμμα είναι ότι αποτελεί ένα πρόγραμμα ενσωματώσιμο, ένα κεϋνσιανό πρόγραμμα αστικής διαχείρισης. Κι αυτό είτε επειδή δεν θέτει σαφώς το ζήτημα της εξουσίας, του ποιός θα το υλοποιήσει, και αφήνει «θολά» σημεία περί αριστερής κυβέρνησης σε αντιΕΕ κατεύθυνση είτε επειδή κάποιες δυνάμεις συμπεριλαμβάνουν ρητά και ένα τέτοιο ενδεχόμενο στο πλαίσιο της στρατηγικής τους. Εξ αυτού προκύπτει και το ότι δεν υπάρχει δυνατότητα κοινής δράσης εφόσον ο καθένας εξυπηρετεί μία άλλη στρατηγική [4]. Δύο ερωτήματα οφείλουμε να θέσουμε εδώ.

Πρώτον, από πότε οι κομμουνιστές κάνουν κοινή δράση μόνο με όσους συμφωνούν στρατηγικά; Εμείς θεωρούμε ότι για τους κομμουνιστές η κοινή δράση είναι τακτική επιλογή συμπόρευσης και με δυνάμεις που δεν εξυπηρετούν την ίδια στρατηγική αν και εφόσον εκτιμούν ότι μπορεί να προωθηθεί μέσω αυτής η συγκέντρωση δυνάμεων σε αναγκαίους τακτικούς στόχους και να αυξηθεί και η απήχηση της στρατηγικής τους και τελικά και η δυνατότητα ηγεμονίας και στράτευσης στην στρατηγική προοπτική που προτείνουν. Η ΚΟΜΕΠ δεν παραλείπει ούτε σε αυτό το άρθρο να παραπέμψει σε αποσπάσματα του Λένιν για να τεκμηριώσει την κριτική της απέναντι στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Αν κάποιος από τους κλασικούς του μαρξισμού και τους μαρξιστές που ηγήθηκαν μεγάλων επαναστάσεων και κινημάτων είχε διαφορετική άποψη στο ζήτημα της κοινής δράσης από αυτή που αναφέραμε παραπάνω καλό θα ήταν τα μέλη της Ιδεολογικής Επιτροπής του ΚΚΕ να μας παραπέμψουν ανάλογα [5]. Πιθανότατα, όμως, οι μόνες παραπομπές για κάτι τέτοιο βρίσκονται σε κείμενα τηςΚομιντέρν της περιόδου της γραμμής του «σοσιαλφασισμού».

Δεύτερον, από πότε οι κομμουνιστές συγκεντρώνουν μετωπικά δυνάμεις στη βάση της συνολικής πρότασης εξουσίας τους και της στρατηγικής προοπτικής τους; Από πότε τα μέτωπα που συγκροτούν δεν έχουν συμμάχους που μπορεί να μην συμφωνούν πλήρως με αυτή την πρόταση; Στο παρόν ερώτημα άλλωστε δεν απαντά με διαφορετικό τρόπο ούτε το πρόγραμμα του ΚΚΕ που προέκυψε από το 15ο συνέδριό του. Αν κάτι έχει αλλάξει σε αυτό, τότε το ΚΚΕ οφείλει πρώτα και κύρια να το ξεκαθαρίσει στα δικά του προγραμματικά κείμενα και επεξεργασίες πριν εγκαλέσειαφ’υψηλού την ΑΝΤΑΡΣΥΑ ή άλλες δυνάμεις της Αριστεράς για αυτό.

Στο ερώτημα της κυβέρνησης της Αριστεράς ή με συμμετοχή δυνάμεων της Αριστεράς αξίζει να σταθούμε λίγο παραπάνω. Κατ’αρχάς, ας ξεκαθαρίσουμε ποιά είναι η θέση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ για το ενδεχόμενο αυτό όπως προέκυψε από την πρώτη συνδιάσκεψή της και ύστερα από τη δημοκρατική διαδικασία της συζήτησης και ψηφοφορίας. Αναφέρεται στη θέση 27 των Θέσεων το εξής:

«Από αυτή τη σκοπιά, πιστεύουμε ότι το κίνημα και η δυναμική του δεν μπορεί να εγκλωβιστεί σε αυταπάτες για μια «προοδευτική εναλλακτική αριστερή διακυβέρνηση» ή για μια «λαϊκή εξουσία»στο έδαφος της καπιταλιστικής κυριαρχίας. Τέτοιες κυβερνήσεις θα είναι έκθετες στη συνεχή και αντικειμενική πίεση του κράτους, των επιχειρήσεων, των διεθνών οικονομικών οργανισμών. Το ζήτημα της εξουσίας δεν μπορεί παρά να τεθεί με όρους ρήξης και ανατροπής της ταξικής κυριαρχίας του κεφαλαίου, με όρους επαναστατικού περάσματος της πραγματικής εξουσίας στους θεσμούς αυτοοργάνωσης της εργατικής τάξης, με όρους συντριβής του αστικού κράτους. Προφανώς και μέσα στην όξυνση των κοινωνικών και πολιτικών αντιθέσεων και την κρίση τουπολιτικού συστήματος, που κάνουν εμφανές το ενδεχόμενο για κατάρρευση κυβερνήσεων υπό το βάρος του λαϊκού παράγοντα, είναι πιθανό να δημιουργηθούν κυβερνήσεις ταξικής συνεργασίας, πιθανώς και με συμμετοχή κομματιών της Αριστεράς. Η θέση μας είναι ότι μια σύγχρονη επαναστατική στρατηγική δεν περνάει μέσα από τη συμμετοχή στη διαχείριση της κυβερνητικής εξουσίας εντός της καπιταλιστικής κυριαρχίας, αλλά από τη συγκρότηση αυτοτελών οργάνων πάλης για την εργατική εξουσία, ανταγωνιστικών και εξωτερικών προς το αστικό κράτος. Διαφορετικά ο κίνδυνος της ενσωμάτωσης ή και της ήττας θα παραμένει ανοιχτός.» [6]

Αναφέρουμε την παρούσα θέση για τον απλούστατο λόγο ότι η ΚΟΜΕΠ δεν κάνει τον κόπο να την αναφέρει ούτε μία φορά στην ενότητα του άρθρου που αφορά το ζήτημα αυτό («Αριστερή κυβέρνηση ή εργατική εξουσία;«). Η θέση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ θέτει ως κυρίαρχο το πρωταρχικό ζήτημα της συγκρότησης κινήματος ανατροπής της αστικής εξουσίας και «αυτοτελών οργάνων πάλης για την εργατική εξουσία, ανταγωνιστικών και εξωτερικών προς το αστικό κράτος.». Μόνο έτσι θα συγκροτηθεί ο ίδιος ο λαός και οι εργαζόμενοι σε δύναμη ανατροπής με συνείδηση των δυνατοτήτων της. Μόνο έτσι θα υπάρχει η συγκροτημένη κοινωνική βάση για την έναρξη και το προχώρημα μιας επαναστατικής διαδικασίας μετάβασης σε μία άλλη οργάνωση κοινωνικών σχέσεων ανταγωνιστικών με τις καπιταλιστικές κοινωνικές σχέσεις. Τι σχέση έχει αυτή η λογική με μία κοινοβουλευτική-ρεφορμιστική αντίληψη; Μιας και η ΚΟΜΕΠ αρέσκεται σε λενινιστικές παραπομπές δεν μπορούμε παρά να θυμίσουμε τη στάση των μπολσεβίκων που ενώ συμμετείχαν ενεργά στη δημιουργία τέτοιων οργάνων μαζί με άλλες δυνάμεις, την ίδια ώρα σύναπταν και κεντρικές πολιτικές συμμαχίες με δυνάμεις όπως οι αριστερές πτέρυγες των εσέρων και των μενσεβίκων. Να θυμίσουμε επίσης την μεταπολεμική εκλογική νίκη του μετώπου που είχαν συνάψει οι κομμουνιστές στην Τσεχοσλοβακία που τους έφερε στην κυβέρνηση επικεφαλής μίας μεγάλης λαϊκής-κοινωνικής συμμαχίας και με τη συμβολή του Κόκκινου Στρατού και στην εξουσία; Αν θέλαμε να αναφέρουμε κάποια σχετικά πιο σύγχρονα παραδείγματα μίας τέτοιας τακτικής θα μπορούσαμε να αναφέρουμε τη στάση του MIR στη Χιλή και του ΚΚ Βενεζουέλας. Και τα δύο εντάχθηκαν στα μέτωπα που συγκροτήθηκαν και συμμετείχαν στη μεγάλη σύγκρουση που έγινε στις χώρες τους με τις δυνάμεις του ιμπεριαλισμού χωρίς να συμμετέχουν όμως στις κυβερνήσεις που προέκυψαν στην πορεία των εξελίξεων. Διατήρησαν μία εξωτερική σχέση με το κράτος και έριξαν τις δυνάμεις τους στην οργάνωση των λαϊκών οργάνων στη βάση [7]. Η πορεία της Χιλής (και οι εξελίξεις στη Βενεζουέλα ) δείχνουν δύο πράγματα. Το πρώτοπου εύκολα εντοπίζεται είναι ότι η ηγεμονία των ρεφορμιστικών δυνάμεων σε μία τέτοια πορεία μπορεί μεν κάποιες φορές και ανάλογα με τη συγκυρία να υλοποιήσει κάποια φιλολαϊκά μέτρα, αλλά αδυνατεί να διεξάγει νικηφόρα τη σύγκρουση με τις δυνάμεις της αντίδρασης λόγω των λεγκαλιστικών αυταπατών της. Το δεύτερο όμως είναι ότι σε μία τέτοια πορεία δεν αργεί να τεθεί το ζήτημα (είτε με πρωτοβουλία των λαϊκών δυνάμεων είτε συχνότερα με πρωτοβουλία των δυνάμεων της ντόπιας αντίδρασης και του ιμπεριαλισμού) της ρήξης και της σύγκρουσης. Αυτό είναι κάτι που πρέπει να αφορά τις δυνάμεις που αναφέρονται στην επαναστατική ρήξη και το σοσιαλιστικό μετασχηματισμό;

Εύλογη αντίδραση σε κάποια από τα ιστορικά παραδείγματα που αναφέραμε παραπάνω είναι οι σαφώς διαφορετικές ιστορικές συνθήκες και συσχετισμοί δύναμης με τη σημερινή κατάσταση. Αυτό όμως δεν ισχύει και για την αναλογία που κάνει η ΚΟΜΕΠ με την εμπειρία των «αριστερών κυβερνήσεων» των σοσιαλφιλελεύθερων, των εντελώς δεξιών-συστημικών Πρασίνων και «αριστερών» δυνάμεων όπως το Γαλλικό ΚΚ σε χώρες της Ευρώπης και σε συγκυρίες μεγάλης υποχώρησης του παγκόσμιου λαϊκού κινήματος όπως ήταν η δεκαετία του ’90; Ισχυριζόμαστε, λοιπόν, ότι το βασικό καθήκον είναι η μετωπική συγκρότηση των κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων της εργασίας γύρω από αιτήματα-κρίκους που βασίζονται σε μία στρατηγική ρήξης με το σύγχρονο ιμπεριαλισμό και καπιταλισμό και η οργάνωση του λαού με τα δικά του όργανα για μία τέτοια προοπτική. Οι δρόμοι που θα ακολουθήσει μία σύγχρονη επαναστατική διαδικασία και μετάβασηείναι ένα αχαρτογράφητο ακόμα πεδίο και οι απαντήσεις δεν είναι εύκολες. Οφείλουμε όμως να κινούμαστε με στρατηγικό κριτήριο και η ιεράρχηση για συγκρότηση μεταβατικού προγράμματος και αυτοτελών οργάνων του λαϊκού και εργατικού κινήματος αυτό το στόχο έχει. Το αν και πώς μία κυβερνητική στιγμή και η σύγκρουση που θα επέλθει με τις δυνάμεις του ιμπεριαλισμού μπορεί να αποτελέσουν μέρος μίας ευρύτερης επαναστατικής διαδικασίας μετάβασης είναι ανοιχτό προς συζήτηση και σε καμια περίπτωση δεν πρέπει να συγχέεται με το σύνθημα της «αριστερής κυβέρνησης» όπως το χρησιμοποιούν οι δυνάμεις (και ειδικά η ηγεσίατου ΣΥΡΙΖΑ. Το ΚΚΕ ας απευθύνει λοιπόν την κριτική περί Ζοσπέν, Ντ’Αλέμα κλπ. εκεί που πρέπει (στη ΔΗΜΑΡ, προφανώς, που συμμετέχει στη μνημονιακή συγκυβέρνηση και στις δυνάμεις του ΣΥΡΙΖΑ που αναφέρονται σε μία «αριστερή» εκδοχή της λογικής αυτής) και όχι στις δυνάμεις της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, αν σκοπεύει φυσικά να γίνει ένας γόνιμος διάλογος πέρα από συνδικαλισμούς και εύκολη τσιτατολογία. Το εύρος αυτών των ενδεχομένων υποθέτουμε άλλωστε ότι ήθελε να συμπεριλάβει και η προσεκτική διατύπωση τουΠρογράμματος του ΚΚΕ όπως προέκυψε από το 15ο συνέδριό του:

«Σε συνθήκες κορύφωσης της ταξικής πάληςεπαναστατικής ανόδου του λαϊκού κινήματος, ότανη επαναστατική διαδικασία έχει ξεκινήσει, μπορεί να προκύψει κυβέρνηση, ως όργανο λαϊκής εξουσίας, που έχει την έγκριση και τη συγκατάθεση του αγωνιζόμενου λαού, χωρίς γενικές εκλογές και κοινοβουλευτικές διαδικασίες. Αυτή η κυβέρνηση θα ταυτίζεται, ή θα τη χωρίζει τυπική απόσταση από την εξουσία της εργατικής τάξης και των συμμάχων της.

Σε συνθήκες ταξικών αναμετρήσεων και μεγάλης φθοράς στην επιρροή των αστικών κομμάτωνκαι των συμμάχων τους, μπορεί να προκύψει κυβέρνηση αντιιμπεριαλιστικών αντιμονοπωλιακών δυνάμεων με βάση το κοινοβούλιο χωρίς να έχουν διαμορφωθεί ακόμα οι όροι για το επαναστατικό πέρασμα.

Η δρομολόγηση κυβερνητικών μέτρων που στοχεύουν στην ανακούφιση του λαού, ενάντια στο πολυεθνικό κεφάλαιο, στην εξάρτηση και τη συμμετοχή της χώρας στις ιμπεριαλιστικές ενώσεις, είναι δυνατόν να συσπειρώνει και να πείθει για την ανάγκη γενικότερης ρήξης.

Το ΚΚΕ επιδιώκει μια τέτοια κυβέρνηση, με τη δράση της και τη γενικότερη λαϊκή παρέμβαση, να συμβάλει στην έναρξη της επαναστατικής διαδικασίας. Το διάστημα μέσα στο οποίο θα κριθεί αν η κυβέρνηση θα προχωρήσει προς τα εμπρός δε θα είναι μακρόχρονο. Η πείρα δείχνει ότι θα είναι βραχύχρονο. Αν οι εξελίξεις δεν πάρουν θετική πορεία, τότε η κυβέρνηση θα ανατραπεί, κάτω από την αντίδραση της κυρίαρχης τάξης και την ιμπεριαλιστική παρέμβαση. Η ανατροπή της δε σημαίνειυποχρεωτικά συνολικό πισωγύρισμα. Μπορεί να γίνει παράγοντας για να κατανοηθεί βαθύτερα ηανάγκη ριζικής ανατροπής του καπιταλιστικού συστήματος.

Σε κάθε περίπτωση ο αποφασιστικός παράγοντας θα είναι η ενότητα της εργατικής τάξης, ηκατάκτηση του ηγετικού καθοδηγητικού ρόλου της, καθώς και του Κόμματός της, του ΚΚΕ, στο Μέτωπο.» [8]

Για άλλη μία φορά είμαστε υποχρεωμένοι να πούμε ότι αν έχει αλλάξει κάτι σε σχέση με αυτή την εκτίμηση, τότε το ΚΚΕ οφείλει πρώτα και κύρια να το ξεκαθαρίσει στα δικά του προγραμματικά κείμενα και επεξεργασίες πριν ασκήσει κριτική. Εκτός αν δεν ασκεί κριτική μόνο σε εμάς με αυτές τις διατυπώσεις, αλλά και σε φωνές που προέρχονται από το εσωτερικό του. Γιατί τι άλλο μπορεί να υποθέσει κανείς αν αντιπαραβάλλει την παραπάνω προγραμματική διατύπωση με την κριτική του άρθρου στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ ή με το παρακάτω απόσπασμα από το εισαγωγικό κείμενο στο ιστορικό ένθετο του Ριζοσπάστη της 8/8/12:

«Ορισμένοι «αριστεροί» μιλούν για την αναγκαιότητα προβολής του ζητήματος της κυβέρνησης σε αστικές συνθήκες και της κατάκτησης της ως μια «στιγμή» στη μεταβατική διαδικασία για τηνεπανάσταση, για την εργατική εξουσία. Αυτή η τακτική είναι η ίδια που παρουσιάσαμε πιο πάνω μεπαράδειγμα την ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Και είναι λογική που υποτάσσει τη στρατηγική στην εξυπηρέτηση ενός στόχου, συγκέντρωσης δυνάμεων στη γραμμή του ΚΚΕ λένε κάποιοι, αλλά τελικά οδηγεί στο ρεφορμισμό, αφού αντικειμενικά στο όνομα μίας εκλογικής αναμέτρησης καλείς την εργατική τάξη να επιλέξει κυβέρνηση αστικής διαχείρισης, δηλαδή συγκέντρωση δυνάμεων σε κυβέρνηση στα πλαίσια του καπιταλισμού. Αυτό απαντά και στην άποψη που λέει ότι ναι μεν η εποχή είναι εποχή του ιμπεριαλισμού, του ανώτατου σταδίου του καπιταλισμού, ναι μεν δεν υπάρχει ενδιάμεσος κοινωνικο-οικονομικός σχηματισμός, αλλά άλλο το το αντικειμενικό στοιχείο με βάση το χαρακτήρα της εποχής, άλλο η πολιτική που θα ωριμάζει τον υποκειμενικό παράγοντα, δηλαδή τη συνείδηση της εργατικής τάξης και των συμμάχων της για την ανατροπή του καπιταλισμού.Και εδώ το ζήτημα της κυβέρνησης, λένε, είναι κρίκος. Αλλά είναι κρίκος ενίσχυσης του κυβερνητισμού και των αυταπατών ότι με κοινοβουλευτική διαδικασία μπορεί να γίνονται ρήξεις μέσα στον καπιταλισμό και μέσω αυτής της διαδικασίας στην πορεία να αφαιρεθεί η ιδιοκτησία και η εξουσία από τα μονοπώλια. Αντικειμενικά αυτός ο κρίκος είναι κρίκος υποβιβασμού της ταξικής συνείδησης και κατά συνέπεια της ταξικής πάλης στο μέτρο και στο επίπεδο διατήρησης του συστήματος

Η ουσιαστική συζήτηση είναι, λοιπόν, για την εμβάθυνση της επαναστατικής στρατηγικής στις σημερινές καπιταλιστικές κοινωνίες και στη φάση ανάπτυξης και κρίσης που βρίσκονται και φυσικά η επεξεργασία μάχιμης τακτικής στη βάση αυτής της στρατηγικής. Η σύγχυση όμως στρατηγικής και τακτικής στη λογική του σημερινού ΚΚΕ είναι έκδηλη και στο άρθρο της ΚΟΜΕΠ στην ενότητα που αφορά τόσο το χαρακτήρα του άμεσου πολιτικού προγράμματος όσο και στην ενότητα για τη στάση απέναντι στην ΕΕ. Πιο συγκεκριμένα, ασκείται κριτική στα αιτήματα που προτείνει η ΑΝΤΑΡΣΥΑ ως άξονες κοινής δράσης ότι συμπίπτουν στους βασικούς τους στόχους «με μία νεοκεϋνσιανή (αστική) γραμμή διαχείρισης της οικονομικής κρίσης» (σελ. 109). Η κριτική π.χ. για τις εθνικοποιήσεις αφορά στο ότι «ορισμένες κρατικοποιήσεις, π.χ. κάποιων τραπεζών, προβάλλονται από ένα φάσμα αστικών δυνάμεων ως όρος για την προστασία της εγχώριας καπιταλιστικής παραγωγής» (σελ. 109). Ας αντιπαρέλθουμε καταρχάς το ότι η ΑΝΤΑΡΣΥΑ δεν αναφέρεται σε κρατικοποιήσεις κάποιων τραπεζών (αυτό είναι η «δημόσιος τραπεζικός πυλώνας» στον οποίο αναφέρονται δυνάμεις του ΣΥΡΙΖΑ και κάποτε και η ΔΗΜΑΡ προτού γίνει μνημονιακή κυβερνητική δύναμη), αλλά σεεθνικοποίηση-κρατικοποίηση του τραπεζικού συστήματος, των επιχειρήσεων στρατηγικής σημασίας και όλων των μεγάλων επιχειρήσεων που κλείνουν, χωρίς αποζημίωση, με εργατικό, λαϊκό και κοινωνικό έλεγχο, όπως αναφέρεται και λίγες γραμμές παραπάνω στο ίδιο το άρθρο της ΚΟΜΕΠ. Το πιο ουσιαστικό από τη συνδικαλιστικού τύπου ταύτιση των θέσεων της ΑΝΤΑΡΣΥΑ με αυτές του ΣΥΡΙΖΑ είναι το ότι ο συντάκτης της ΚΟΜΕΠ πλέον λέει επί της ουσίας ότι ένα τέτοιο αίτημα εθνικοποιήσεων (που με κάποια παρόμοια μορφή πρέπει να υπάρχει σε χιλιάδες προγράμματακομμουνιστικών κομμάτων και οργανώσεων σε όλη την ιστορία του κομμουνιστικού κινήματος) δεν πρέπει πλέον να συμπεριλαμβάνεται επειδή είναι εν δυνάμει «ενσωματώσιμο»! Δεν κάνει εντύπωση, λοιπόν, που με παρόμοια επιχειρηματολογία αντιμετωπίζονται και τα αιτήματα της αναδιανομής εισοδήματος υπέρ των δυνάμεων της εργασίας (άραγε αυτό θα μετουσιωθεί και σε μία τέτοιου τύπου κριτική για αιτήματα αυξήσεων μισθών μελλοντικά;). Ρωτάμε λοιπόν: πρέπει οι αριστεροί και οι κομμουνιστές να εντάσσουν στο άμεσο πρόγραμμα πάλης που προτείνουν τέτοια αιτήματα ή απλά πρέπει να ομνύουν στη στρατηγική; Είναι σαφές ότι κανείς από το ΚΚΕ δεν θα απαντούσε ρητά αρνητικά, γιατί αν ήταν έτσι ούτε το ΠΓ του ΚΚΕ στην τελευταία ανακοίνωσή του δεν θα συμπεριλάμβανε τέτοια αιτήματα ως αιτήματα πάλης. Είναι επίσης σαφές όμως ότι με τη λογική που διέπει το άρθρο της ΚΟΜΕΠ αντικειμενικά υποβιβάζεται η άμεση πάλη και εκχωρείται πολιτικός χώρος σε άλλες δυνάμεις για να εκφράσουν στρεβλά τις άμεσες λαϊκές ανάγκες μέσω της υιοθέτησης και της ενσωμάτωσης παρόμοιων αιτημάτων σε άλλη κατεύθυνση. Με τον ίδιο τρόπο αντιμετωπίζονται τόσο τα αιτήματα της παύσης πληρωμών και της διαγραφής του χρέους όσο και η εναντίωση στο Μνημόνιο. Υποθέτουμε ότι η χρήση από το ΚΚΕ του αιτήματος της μονομερούς διαγραφής του χρέους και αιτημάτων για την άμεση πάλη δικαιολογείται πλέον με το ότι συνοδεύονται πάντα από την επίκληση του συνθήματος της λαϊκής εξουσίας. Μήπως όμως επειδή και αυτό φαντάζει σιγά σιγά «θολό» η διατύπωση σταδιακά αλλάζει σε εργατική-λαϊκή εξουσία; Το ότι η συζήτηση συμπυκνώθηκε στο αν θα πρέπει να κεντρικοποιείται το αίτημα της λαϊκής εξουσίας δεν είναι, νομίζουμε, άσχετο με την παραπάνω συζήτηση και κριτική και οι συνέπειες στην εκφορά του λόγου στελεχών του ΚΚΕ ήταν εμφανείς στην περίοδο μεταξύ των δύο εκλογικών αναμετρήσεων.

Ο συντάκτης της ΚΟΜΕΠ ασκεί λανθασμένα (με βάση όλα τα κείμενα της ΑΝΤΑΡΣΥΑ) κριτική ότι η ΑΝΤΑΡΣΥΑ σκόπιμα διαχωρίζει την έξοδο από το ευρώ με την έξοδο από την ΕΕ και καταλήγει ότι η έξοδος από το ευρώ διεκδικείται από τη σκοπιά της προστασίας της καπιταλιστικής παραγωγής. Και καταλήγει ότι «η έξοδος από το ευρώ στις σημερινές συνθήκες θα σημαίνει και σύνδεση με νόμισμα άλλου ιμπεριαλιστικού κέντρου ή ένταξη σε ένα νέο κοινό νόμισμα (π.χ. ευρώ του Νότου).» (σελ. 115). Με εκλεκτική επιλογή αποσπάσματος άρθρου του σ. Πέτρου Παπακωνσταντίνου καταλήγει και στην εκπληκτική απόφανση ότι «ακόμα και αυτή η εναντίωση στην Ευρωζώνη δεν είναι σταθερή». Δεν σκοπεύουμε να σχολιάσουμε παραπάνω το συγκεκριμένο σημείο κριτικής απλά και μόνο επειδή αποτελεί τη μεγαλύτερη λαθροχειρία του άρθρου. Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ είναι τοις πάσι γνωστό ότι αναφέρεται στην έξοδο από ευρώ-ΟΝΕ-ΕΕ και δε νομίζουμε ότι το συγκεκριμένο σημείο αποσκοπεί σε κάτι παραπάνω από το να διαστρεβλώσει τις θέσεις της ώστε να φανεί το ΚΚΕ σαν η μόνη συνεπής αντιΕΕ δύναμη. Το μόνο που αξίζει να πούμε είναι ότι και σε αυτό το σημείο όπως και σε άλλα που αναφέρονται στο άρθρο για τα ζητήματα εθνικής κυριαρχίας, δημοκρατίας και του χρέους, που λειτουργεί ως ιμπεριαλιστικός μοχλός πίεσης για την άρση εργατικών και λαϊκών δικαιωμάτων, αλλά και εθνικής-λαϊκής κυριαρχίας, γίνεται σαφές ότι για το σημερινό ΚΚΕ δεν υπάρχει σχετική αυτοτέλεια των αντιιμπεριαλιστικων στόχων και όλη η αιτηματολογία πρέπει να καταλήγει στη συμπύκνωση του συνθήματος της λαϊκής εξουσίας.

Η κριτική του ΚΚΕ προς την ΑΝΤΑΡΣΥΑ καταλήγει στην εκτίμηση ότι η πρόταση κοινής δράσης της ΑΝΤΑΡΣΥΑ είναι οπορτουνιστική επίθεση φιλίας ώστε να συρθεί σε μία συμμαχία όπου θα ακυρώνεται η στρατηγική τουΟι δυνάμεις της ΑΝΤΑΡΣΥΑ μάλιστα θεωρείται ότι «αξιοποιώντας την κομμουνιστική και αντικαπιταλιστική ρητορική τους, παίζουν ένα ειδικό ρόλο στην άσκηση μιας τέτοιας πίεσης προς το ΚΚΕ» (σελ.8). Με αυτό τον τρόπο, το ΚΚΕ αποκρούει κάθε πρόταση για μετωπική σύγκλιση δυνάμεων γύρω από ένα πρόγραμμα βασικών αξόνων που θα στηρίζεται σε μία σύγχρονη αντιιμπεριαλιστική και αντικαπιταλιστική στρατηγική. Τη γνώμη μας για τις αλλαγές στον πολιτικό λόγο του ΚΚΕ την έχουμε διατυπώσει και αλλού(10). Αυτό που πολύ απλά θέλουμε να πούμε σε αυτό το άρθρο, και που φαίνεται έκδηλα και από την κριτική που ασκεί πλέον το ΚΚΕ στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ, είναι ότι για την υποχώρηση της δυναμικής του ΚΚΕ (και δεν εννοούμε μόνο την εκλογική) δεν φταίει το ότι η περίοδος είναι ακόμα πιο δύσκολη από την περίοδο της πτώσης της ΕΣΣΔ και τις εκλογές του ’93 (!!) όπως πολύ ευρηματικά αναφέρει η Ελένη Μπέλλου στο άρθρο της στο ίδιο τεύχος της ΚΟΜΕΠ. Κάτι άλλο φταίει.

 

   ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1] http://www1.rizospastis.gr/story.do?id=6764571&;;publDate=

[2] «Η Συντακτική Επιτροπή της ΚΟΜΕΠ πήρε υπόψη τα ερωτήματα και ενδιαφέροντα που εκφράστηκαν στους δύο μετεκλογικούς κύκλους συζητήσεων των ΚΟΒ με φίλους και ψηφοφόρους του Κόμματος και διαμόρφωσε ανάλογα τη θεματολογία του ανά χείρας διπλού 4ου-5ου τεύχους της.» (σελ. 5)

[3] Η εκτίμηση αυτή γίνεται και στο άρθρο της Ελένης Μπέλλου στο ίδιο τεύχος της ΚΟΜΕΠ (σελ. 17-18).

[4] Στην απάντηση του Ριζοσπάστη στην πρόταση για Αγωνιστικό Μέτωπο Ρήξης και Ανατροπής που απεύθυνε η ΚΣΕ της ΑΝΤΑΡΣΥΑ στις δυνάμεις της Αριστεράς αναφέρεται: «Με την πρόταση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, δύο σημαντικά στρατηγικού χαρακτήρα προβλήματα για την ανάπτυξη του κινήματος προκύπτουν. Το πρώτο είναι η δημιουργία σύγχυσης στην εργατική τάξη από το κάλεσμα συσπείρωσης σε ένα πλαίσιο πάλης κοινό, υποτίθεται, ενώ την ίδια ώρα κάθε πολιτική δύναμη θα ζυμώνει τη δική της στρατηγική. Αλλά αυτή δεν είναι ενότητα. Το πλαίσιο πάλης στο κίνημα απορρέει από τη στρατηγική κάθε δύναμης και είναι οργανικά δεμένο μ’ αυτήν. Το δεύτερο που προκύπτει από το πρώτο είναι ότι αυτή ακριβώς η τακτική εμποδίζει την πολιτική ωρίμανση των συνειδήσεων των εργαζομένων, τη συγκέντρωση δυνάμεων για την εργατική εξουσία, την προετοιμασία τους για πάλη ανατροπής της εξουσίας του κεφαλαίου, την κοινωνικοποίηση των συγκεντρωμένων μέσων παραγωγής, την αποδέσμευση από την ΕΕ, τη μονομερή διαγραφή του χρέους και να πώς το κάνει: Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ προτείνει «ανατροπή των μνημονίων, των κυβερνήσεων του κεφαλαίου, της ΕΕ και του ΔΝΤ», όχι όμως και της εξουσίας του κεφαλαίου, αποσπώντας την οικονομία από την πολιτική. Η πρότασή της αυτή συνεπάγεται ότι μια άλλη κυβέρνηση και όχι μια άλλη εξουσία θα επιβάλει την ανατροπή των μνημονίων, όπως και την «παύση πληρωμών προς τους πιστωτές, μη αναγνώριση και διαγραφή του χρέους, έξοδο από το ευρώ, την ΟΝΕ και την ΕΕ» όπως λέει. Για να γίνουν όμως αυτά, πρέπει η εργατική τάξη και οι σύμμαχοί της να έχουν την εξουσία και την οικονομία στα δικά τους χέρια, αλλιώς κυνηγάνε χίμαιρες. Επί της ουσίας, λένε στο λαό ότι είναι δυνατόν μια αστική κυβέρνηση να επιλέξει την έξοδο από την ΕΕ και την παύση πληρωμής του χρέους, κρύβοντας ότι ακόμα και αν το κάνει, κριτήριο θα είναι τα ιδιαίτερα συμφέροντα της ντόπιας αστικής τάξης και όχι του λαού, που θα συνεχίσει να κατρακυλά στην εξαθλίωση. Ακόμα και αν ήθελε να ασκήσει φιλολαϊκή πολιτική, δε θα μπορούσε να το πραγματοποιήσει, στο βαθμό που δε βάζει ζήτημα κατάργησης των μονοπωλίων στην παραγωγή και κοινωνικοποίησής τους.

[5]  Αντιθέτως, πολλά είναι τα παραδείγματα για μια άλλη πολιτική συμμαχιών και τακτική απέναντι σε οπορτουνιστικές δυνάμεις στο έργο του Λένιν. Χρήσιμο θα ήταν για παράδειγμα να ανατρέξει κανείς στο κεφάλαιο «Κανένας συμβιβασμός;» στο έργο «Ο Αριστερισμός, παιδική αρρώστια του Κομμουνισμού» (ειδικά στις σελίδες που παρατίθενται περιληπτικά οι τακτικές συμμαχίες των μπολσεβίκων από το 1901 έως τον Οκτώβρη του ’17, αλλά και στους πρώτους μήνες μετά την επανάσταση). Εκεί αναφέρεται αναλυτικά η πολιτική συμμαχιών με δυνάμεις με άλλη στρατηγική και το αναφαίρετο δικαίωμα που διατηρούν οι κομμουνιστές να συνεχίσουν την ανοιχτή πολεμική τους την ίδια ώρα που συνάπτουν συμμαχίες. Η επιτυχία αυτής της τακτικής (στη βάση αταλάντευτων στρατηγικών αρχών) είναι γνωστή ιστορικά. Η αποτυχία των «αριστερών» κομμουνιστών της Γερμανίας να έχουν μία τέτοια τακτική κριτικάρεται ως εξής από τον Λένιν και η ιστορική αναλογία με τις σημερινές μετατοπίσεις σε μία περίοδο κρίσης είναι ίσως ενδεικτική:

«Το 1917 είδαμε πολύ καθαρά το βαθμιαίο πέρασμα των εργατικών μαζών από τους μενσεβίκους στους μπολσεβίκους στο πρώτο Πανρωσικό συνέδριο των Σοβιέτ, τον Ιούνη του 1917, είχαμε όλο-όλο το 13% των ψήφων. Την πλειοψηφία την είχαν οι εσέροι και οι μενσεβίκοι. Στο δεύτερο συνέδριο των Σοβιέτ (25. Χ. 1917 με το παλιό ημερολόγιο) είχαμε το 51% των ψήφων. Τώρα γιατί στη Γερμανία η ίδια ακριβώς, απόλυτα ομοιόμορφη, μετακίνηση των γερμανών εργατών από τα δεξιά προς τα αριστερά δεν είχε σαν συνέπεια το άμεσο δυνάμωμα των κομμουνιστών, αλλά αντίθετα το δυνάμωμα πρώτα του ενδιάμεσου Κόμματος των «ανεξαρτήτων», αν και το Κόμμα αυτό δεν είχε ποτέ ανεξάρτητες πολιτικές ιδέες και καμιά ανεξάρτητη πολιτική, αλλά απλώς ταλαντευόταν ανάμεσα στους Σάιντεμαν και στους κομμουνιστές; Είναι ολοφάνερο πως μία από τις αιτίες ήταν η λαθεμένη τακτική των γερμανών κομμουνιστών, που πρέπει άφοβα και τίμια να αναγνωρίσουν το λάθος τους αυτό και να μάθουν πώς να το διορθώσουν. Το λάθος βρισκόταν στην άρνηση της συμμετοχής στο αντιδραστικό κοινοβούλιο και στα αντιδραστικά συνδικάτα, το λάθος βρισκόταν στις πολυάριθμες εκδηλώσεις της «αριστερής» παιδικής αρρώστιας, που τώρα βγήκε στην επιφάνεια και γι’αυτό θα γιατρευτεί καλύτερα, ταχύτερα και με μεγαλύτερο όφελος για τον οργανισμό.» (σελ. 59-60, στην έκδοση της Σύγχρονης Εποχής του 1986).

[6] http://www.antarsya.gr/node/97

[7] Το MIR μάλιστα έθεσε ανοιχτά και το ζήτημα της προετοιμασίας του λαού για πραξικόπημα και ένοπλη σύγκρουση, αλλά δεν κατάφερε να ηγεμονεύσει αυτή η πολιτική κατεύθυνση.

[8] βλ. http://www.kke.gr/15o_synedrio/to_programma_toy_kke στην ενότητα «Το αντιϊμπεριαλιστικό, αντιμονοπωλιακό Μέτωπο και το πρόβλημα της εξουσίας» ή στην έντυπη έκδοση στις σελίδες 38-39.

[9] http://www.kke.gr/ergatika_-_ergasiaka/kalesma_toy_politikoy_grafeioy_ths_ke_toy_kke_29/8/2012, όπου αναφέρονται μεταξύ άλλων και τα αιτήματα: Δουλειά για όλους, εξάλειψη της ανεργίας. Διατροφική επάρκεια για όλο το λαό. Δημόσια, δωρεάν Υγεία, Πρόνοια για όλους, με κατάργηση της επιχειρηματικής δραστηριότητας. Μόρφωση για όλους. Αξιοποίηση του επιστημονικού δυναμικού, της έρευνας και της τεχνολογίας. Δωρεάν κρατική φροντίδα των παιδιών , των ηλικιωμένων, των ανθρώπων με ειδικές ανάγκες. Φθηνή και ποιοτική λαϊκή στέγη, με ρεύμα, θέρμανση, ύδρευση. Αθλητισμό, πολιτισμό, διακοπές για όλους με οργανωμένες υποδομές.

[10] http://www.ektosgrammis.gr/index.php?option=com_content&;;view=article&id=1698:2012-06-14-05-05-09&catid=77:epikairothta&Itemid=513.

*Ο Χρήστος Τουλιάτος είναι μέλος του Πανελλαδικού Συντονιστικού Οργάνου της ΑΝΤΑΡΣΥΑ

Από: iskra.gr

ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ 2012: Η «ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΕΥΚΑΙΡΙΑ» ΤΗΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑΣ!

ΑΝΑΓΚΗ Η ΑΡΙΣΤΕΡΑ ΝΑ ΣΥΜΠΟΡΕΥΘΕΙ ΚΑΙ ΝΑ ΧΑΡΑΞΕΙ ΜΙΑ ΣΥΝΕΚΤΙΚΗ ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΗ ΛΥΣΗ, ΛΕΓΟΝΤΑΣ ΣΤΟ ΛΑΟ ΟΛΗ ΤΗΝ ΑΛΗΘΕΙΑ!

Του ΑΡΗ ΜΕΣΟΥΝΤΑ

Οι ψευδαισθήσεις, για όσους ήθελαν να έχουν ψευδαισθήσεις, τελείωσαν!

Η επαναδιαπραγμάτευση του μνημονίου (χωρίς αξία ούτως ή άλλως) ετέθη οριστικά στοπεριθώριο.

Ακόμα και η επιμήκυνση ξεχάστηκε.

Οι μύθοι για τον «καλό» Ολάντ, απέναντι στην «κακή» Μέρκελ και αυτοί θρυμματίστηκαν!

 

Ο Ολάντ εξελίχθηκε σε ανούσιο κομπάρσο της Μέρκελ! 

Μια άχαρη, χωρίς τίποτα το ελκυστικό, καγκελάριος, όπως η Μέρκελ, μοιάζει να διαφεντεύει όλη την ΕΕ, η οποία κατάντησε γερμανικός αυλόγυρος!

Η «ΔΟΥΛΟΦΡΟΣΥΝΗ» ΣΑΜΑΡΑ

Οι Μερκολάντ αποσαφήνισαν πλήρως στον Σαμαρά ότι δεν δέχονται τίποτα παρακάτω από την εφαρμογή της πιο αυστηρής εκδοχής του Μνημονίου. Με δύο λόγια ένα πακέτο μέτρων λιτότητας που μπορεί να φτάσει μέχρι και 20 δισ. για τη διετία ’13 – ’14, σκληρές νεοφιλελεύθερες απορρυθμίσεις και φυσικά το πλήρες ξεπούλημα της χώρας!

Το κακό είναι ότι όλα τούτα τα απεδέχθη δουλοπρεπώς ο Α. Σαμαράς αλλά και τους είπε και χίλια «ευχαριστώ» από πάνω!!!

Ακόμα χειρότερο, όμως, είναι ότι ένας εξαιρετικά μέτριος πολιτικός, όπως ο ΑΣαμαράς, κατάφερε να προωθεί αυτές τις κατευθύνσεις, έχοντας πίσω του την ολόθερμη υποστήριξη του μεγαλοαστικού πολιτικούοικονομικού και μιντιακού μπλοκ, συμπεριλαμβανομένων «μεταλλαγμένων» τμημάτωντης Αριστεράς.

Ο λόγος αυτού του «θαύματος» είναι απλός.

 

Στο πρόσωπο ενός μέτριου πολιτικού, η μεγαλοαστική Ελλάδα νοιώθει να παίζεται κορώναγράμματαη εξουσία της. Από κει και η πειθαρχία και το σιωπητήριο!Η «ΤΕΛΙΚΗ ΛΥΣΗ»

Μετά τις συναντήσεις Σαμαρά με ΓιούνκερΟλάντ και Μέρκελ, η Ελλάδα μπαίνει στην τελευταία φάσητης τραγωδίας της.

Διότι το μνημονιακό πακέτο των 15-20 δισ., ακόμα και αν «περάσει» πολιτικά και κοινωνικά, συνιστά την «τελική λύση» για τον τόπο και την οικονομία.

Ο δρόμος Σαμαρά (Βενιζέλου – Κουβέλη) γι’ αυτήν την «τελική λύση», συνιστά, όμως, και την «τελευταία» ευκαιρία   για τον ελληνικό λαό και την ελληνική Αριστερά.

Την τελευταία ευκαιρία για να ανατρέψουν τη μνημονιακή τάξη πραγμάτων στην κατεύθυνση ενός καινούριου προοδευτικόυ δρόμου με σοσιαλιστικό ορίζοντα.

ΑΡΙΣΤΕΡΑ: ΟΛΗ Η ΑΛΗΘΕΙΑ ΣΤΟ ΛΑΟ!

Για να δοκιμάσει η Αριστερά αποτελεσματικά αυτή την ανατροπή πρέπει να εγκαταλείψει τιςψευδαισθήσεις, να πάψει να «αυτολογοκρίνεται» περιορισμένη και φοβισμένη από το κυρίαρχο μπλοκ που επιβάλλει το ανεκτό, μη απαγορευμένο, πλαίσιο πολιτικής ατζέντας και κυρίως να πει όλη την αλήθεια στον ελληνικό λαό!

Κι αυτή η αλήθεια είναι πικρή και σκληρή και κυρίως σημαίνει δύο πράγματα:

ΑΝΤΙΜΝΗΜΟΝΙΑΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΜΕ ΔΑΝΕΙΚΑ ΤΗΣ ΤΡΟΪΚΑΣ;

Πρώτον: ότι προοδευτική εναλλακτική λύση απέναντι στα μνημόνια δεν μπορεί να υπάρξει στο πλαίσιο της τροϊκανής χρηματοδότησης. Δεν είναι δυνατό με τα δάνεια της τρόικας να ακυρωθούν ταμνημόνια και να εφαρμοσθούν προοδευτικές λύσεις. Η τρόικα, με δύο λόγια η ΕΕ, η ΕΚΤ και το ΔΝΤ, δεν θα δώσουν ποτέ σε μια ελληνική κυβέρνηση δανεικά χρήματα για να ανατρέψει την μνημονιακή επικυριαρχία τους ούτε μπορούν να «εκβιασθούν» από τη δήθεν «βόμβα» της διακοπής της χρηματοδότησης, η οποία θα στραφεί εναντίον τους! Και οι τελευταίες αυταπάτες για κάτι τέτοιο έπεσαν με τη στάση των Μερκολάντ στις συναντήσεις με τον Σαμαρά.

Η κατάργηση των μνημονίων, όμως, που θα επιφέρει τη διακοπή της τροϊκανής χρηματοδότησης, θέτει τη χώρα σε έναν άλλο δρόμο: της διαγραφής του χρέους ή του μεγαλύτερου τμήματός του και της εξόδου τελικά από την ευρωζώνη. Ο λόγος είναι απλός. Χωρίς την τροϊκανή χρηματοδότηση, που συνδέεται με τα μνημόνια, η Ελλάδα δεν μπορεί να πληρώνει τόκους και χρεολύσια και επομένως οδεύει σε παύση πληρωμών επί του χρέους, με την τελευταία να καθιστά υποχρεωτική την προσφυγή στο εθνικό νόμισμα, προκειμένου να εξασφαλιστεί η χρηματοδότηση των τραπεζών και τηςοικονομίας!

Όσοι πιστεύουν ότι μπορεί να συνυπάρχουν οι δόσεις της τρόικας με την κατάργηση των μνημονίων, ασφαλώς αν δεν εξαπατούν, είναι αφελείς.

«ΠΟΝΟΣ» ΚΑΙ «ΔΑΚΡΥΑ»!

Δεύτερον: Ότι δεν μπορεί να υπάρξει εναλλακτικός προοδευτικός δρόμοςεκτός μνημονίων καιτροϊκανής χρηματοδότησης, ο οποίος να είναι ανθόσπαρτος!

Η Αριστερά οφείλει να πει ξεκάθαρα στον ελληνικό λαό ότι εδώ που έφτασε η χώρα, με ευθύνη του αστικού μπλοκ, δεν υπάρχει οδός διαφυγής χωρίς «πόνο» και «δάκρυα».

Η Αριστερά οφείλει να αποσαφηνίσει στον ελληνικό λαό ότι μια αντιμνημονιακή προοδευτικήπολιτική, η οποία υποχρεωτικά για λόγους συνέπειας και αποτελεσματικότητας, θα αμφισβητήσει και την παρουσία της Ελλάδας στην ευρωζώνη, θα συνοδευθεί αρχικά με μεγάλα προβλήματα και πολύ σοβαρές δυσκολίες.

Η διαφορά με το μνημονιακό δρόμο είναι ότι αυτά τα προβλήματα θα είναι προσωρινά καιαντιμετωπίσιμα και σύντομα θα υπάρξει ελπιδοφόρα ανακαμψιακή πορεία.

Η Ελλάδα θα υποφέρει για μικρό χρονικό διάστημα αλλά αυτό θα αφορά μια ανεξάρτητη χώρα, που υφίσταται θυσίες για να κτίσει το δικό της προοδευτικό μέλλον.

ΟΙ ΤΕΣΣΕΡΙΣ ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ ΕΞΟΔΟΥ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΡΙΣΗ

Η Ελλάδα δεν μπορεί να βγει από την κρίση χωρίς:

  • τη διαγραφή του μεγαλύτερου μέρους του χρέους, το οποίο δεν είναι βιώσιμο,
  • την εγκατάλειψη των πολιτικών λιτότητας, που είναι ο πυρήνας των μνημονίων,
  • τη στοιχειώδη προστασία της οικονομίας της και ιδιαίτερα κρίσιμων παραγωγικών κλάδωντης,
  • την ισχυρή χρηματοδότηση για την προώθηση ενός μεγάλου αναπτυξιακού, επενδυτικού παραγωγικού προγράμματος.

Τίποτα από τα παραπάνω, όμως, δεν μπορεί να γίνει στο πλαίσιο:

  • των μνημονίων,
  • της τροϊκανής χρηματοδότησης και «κατοχής»,
  • της ευρωζώνης και των ασφυκτικών νομισματικών πολιτικών της.

ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΕΣ ΤΗΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑΣ!

Αν η Αριστερά σύσσωμη δεν αναλάβει τώρα, εντός του Σεπτεμβρίου και Οκτωβρίου, να πει αυτές τις αλήθειες στον ελληνικό λαό,

Αν δεν συμπαραταχθούν οι δυνάμεις της για να προβάλλουν σε αυτή τη βάση μια ρεαλιστική,συνεκτική και ριζοσπαστική εναλλακτική λύση, χωρίς ευρωλαγνείες αλλά και άκαιρεςαντικαπιταλιστικές προτεραιότητες ,

Αν δεν γίνουν αυτά, τότε η «τελευταία ευκαιρία» για την Αριστερά κινδυνεύει να εξατμιστεί και όχι μόνο να προχωρήσει ακάθεκτη η «τελική λύση» αλλά ίσως και να δούμε στη χώρα επικίνδυνες έως καιακροδεξιές ή και ακόμα χειρότερες πολιτικές εξελίξεις.

Ήδη μια πολιτική μετριότητα όπως ο ΑΣαμαράς, αφού τείνει να καταστεί ο «επιβήτορας» ενός συστήματος για την «σωτηρία» του, γρήγορα μπορεί να μετατραπεί σε Καισαρίσκο και Βοναπάρτη ενός ιδιώνυμου αυταρχικούαστυνομικού κράτους, περιορισμένων έως τυπικών δημοκρατικών δικαιωμάτων και ελευθεριών!

Από: iskra.gr

ΕΚΤ – ο χειρότερος… ευρωτοκογλύφος!

Μέσα στο κλίμα της μαζικής δραπέτευσης των Αθηναίων από την πρωτεύουσα κατά το δεύτερο δεκαήμερο του Αυγούστου για μια ανάσα «διακοπών», που φέτος ήταν εξαιρετικά σύντομες και οικονομικά λιτές, βοηθούσης και της σιωπής των περισσότερων μέσων ενημέρωσης, ελάχιστοι αντιλήφθηκαν και συνειδητοποίησαν σε βάθος πόσο κοντά έφερε την Ελλάδα στη χρεοκοπία η συνδυασμένη δράση των δύο υποτιθέμενων σωτήρων μας: των… κρατών της Ευρωζώνης και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας! Αυτών δηλαδή που θεωρητικά και πρακτικά κάνουν ό,τι περνάει από το χέρι τους για να μας γλιτώσουν από τη χρεοκοπία!

Ελάχιστοι κατάλαβαν επίσης πόσο μας στοίχισε η στάση τους αυτή, ενώ οι 99 στους 100 Ελληνες αγνοούν πόσο άγρια… κερδοσκοπεί (ναι, κερδοσκοπεί με την πλήρη σημασία της λέξης) σε βάρος της Ελλάδας η ΕΚΤ, η οποία έχει αποδειχθεί ότι είναι ο χειρότερος ευρω-τοκογλύφος για τη χώρα μας!

Είναι γνωστό ότι τη Δευτέρα, 20 Αυγούστου, η ελληνική κυβέρνηση πλήρωσε στην ΕΚΤ ομόλογο αξίας 3,2 δισεκατομμυρίων ευρώ που είχε αυτή στην κατοχή της.

Πρώτη αποκάλυψη που κάνει τον κάθε Ελληνα να αισθάνεται ανατριχίλα: το ομόλογο αυτό η ΕΚΤ το είχε αγοράσει το καλοκαίρι του 2010 στη δευτερογενή αγορά μόλις στο 70% της ονομαστικής του αξίας. Σε απλά ελληνικά, η ΕΚΤ αγόρασε το ομόλογο 2,3 δισεκατομμύρια ευρώ και μέσα σε δύο χρόνια έβγαλε… 900 εκατομμύρια κέρδος!!! Μιλάμε για σούπερ – τοκογλυφικό ουσιαστικό επιτόκιο που πλησιάζει το 40%! Είναι να τρελαίνεται κανείς.

Το κακό δεν σταματάει εδώ. Το ομόλογο αυτό θα πληρωνόταν με λεφτά που θα δίνονταν στην περιβόητη δόση ύψους 31,3 δισ. ευρώ των δανείων που συμφωνήθηκαν με τις χώρες της Ευρωζώνης και το ΔΝΤ τον Μάρτιο. Μια δόση η οποία έπρεπε βάσει της σύμβασης να δοθεί στην Ελλάδα στις 28 Ιουνίου.

Τα κράτη της Ευρωζώνης όμως παρέβησαν τις υποχρεώσεις τους. Δεν έδωσαν τα λεφτά της δόσης τον Ιούνιο. Δεν τα έδωσαν ούτε τον Ιούλιο. Ούτε τον Αύγουστο. Φαίνεται ότι προτίθενται να μην τα δώσουν ούτε τον Σεπτέμβρη. Από Οκτώβρη και βλέπουμε…

Πώς θα πληρωνόταν το ομόλογο αφού η Ευρωζώνη δεν είχε δώσει τα λεφτά; Η λογική απάντηση είναι πως, αφού η ΕΚΤ είχε πλήρη γνώση ότι η Ευρωζώνη δεν χορήγησε τη δόση του δανείου, τμήμα της οποίας προοριζόταν και για την πληρωμή του ομολόγου, θα ανέβαλλε για δύο-τρεις μήνες την απαίτηση πληρωμής του ομολόγου, μέχρι να δοθούν στην Αθήνα τα χρήματα για να εξοφλήσει το χρέος της. Δεν επρόκειτο για κάποια πρωτοφανή ή παράλογη λύση. Μόλις προ μηνών, η ΕΚΤ είχε αναβάλει επί… χρόνια (!) την εξόφληση ομολόγων της Ιρλανδίας, όπως είχαμε γράψει σε αυτή τη σελίδα.

Με εμάς όμως η ΕΚΤ ήταν ανυποχώρητη. Ηθελε τα λεφτά της οπωσδήποτε στις 20 Αυγούστου! Ή της δίναμε τα λεφτά ή μας χρεοκοπούσε! Πώς να εισπράξει όμως εκ του μη έχοντος ελληνικού κράτους; Απλούστατα, βάζοντας την Ελλάδα να… ξαναδανειστεί! Αύξησε το επιτρεπτό όριο έκδοσης ελληνικών εντόκων γραμματίων από τα 3 στα 7 δισ. ευρώ κι έτσι η κυβέρνηση Σαμαρά εξέδωσε έντοκα γραμμάτια 4 δισ. ευρώ, τρίμηνης διάρκειας. Η ΕΚΤ εισέπραξε αμέσως τα 3,2 δισεκατομμύρια από αυτά.

Οι Ευρωπαίοι δηλαδή με το να μη δίνουν έγκαιρα τη δόση του δανείου που έχει συμφωνηθεί και η ΕΚΤ απαιτώντας να πληρωθεί ένα ομόλογο από το οποίο έβγαζε κέρδος σχεδόν 40%, φόρτωσαν τον ελληνικό λαό με ένα νέο χρέος 4 δισ. ευρώ και σίγουρη «χασούρα» για την Ελλάδα τουλάχιστον τους τόκους των εντόκων γραμματίων!

Ας μην αναφερθούμε στην απίστευτη ιλαροτραγωδία του πώς οι ελληνικές τράπεζες (οι οποίες είναι ουσιαστικά χρεοκοπημένες κατά την ΕΕ όσο δεν έχει δοθεί η δόση του δανείου, αφού 23,8 δισ. ευρώ από τα 31,3 προορίζονται για την επανακεφαλαιοποίηση των ελληνικών τραπεζών) δάνεισαν 4 δισ. ευρώ στο χρεοκοπημένο ελληνικό κράτος και αμέσως μετά κατέθεσαν τα έντοκα γραμμάτια στην Τράπεζα της Ελλάδος και πήραν πίσω τα λεφτά τους μέσω του προγράμματος έκτακτης παροχής ρευστότητας (ELA), κερδίζοντας σχεδόν 4% από τη διαφορά επιτοκίου με την οποία παρέχει ρευστότητα η ΕΚΤ (0,75%) και εκείνου με το οποίο δάνεισαν το κράτος μέσω των εντόκων γραμματίων (4,43%).

ΓΕΡΜΑΝΟΙ
Τώρα ομολογούν ότι μας «γδέρνουν»

Δεν κρύβουν πλέον ούτε οι Γερμανοί ότι όλοι οι Ευρωπαίοι και πρωτίστως οι ίδιοι και η ΕΚΤ, μαζί με τους κερδοσκόπους, εκμεταλλεύονται ασύστολα την οικονομική κρίση της Ελλάδας και θησαυρίζουν κυριολεκτικά εις βάρος των Ελλήνων που υποτίθεται ότι βοηθούν. «Ελληνικά ομόλογα αξίας 10 δισ. ευρώ αγοράστηκαν για 7 δισεκατομμύρια, όμως η Αθήνα πληρώνει για 10 δισ. συν τους τόκους – δηλαδή μια πολύ καλή απόδοση για όσους αγόρασαν» έγραφε προχτές η γερμανική εφημερίδα «Ζίντοϊτσε Τσάιτουνγκ» αναφερόμενη στα κέρδη που θα μοιράσει η ΕΚΤ στις χώρες-μέλη της, με πρώτη κερδισμένη τη Γερμανία.

Από το ΕΘΝΟΣ

ΓΙΑΤΙ ΕΙΝΑΙ ΕΦΙΚΤΗ Η ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΙΚΗ ΣΥΓΚΛΙΣΗ ΟΛΗΣ ΤΗΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑΣ

ΠΡΩΤΟΛΕΙΟ ΣΧΕΔΙΑΣΜΑ ΓΙΑ ΕΝΑ ΚΟΙΝΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ

Ως μεγάλο εμπόδιο στην απόπειρα συνεργασίας και συμπαράταξης τωνριζοσπαστικών αριστερών δυνάμεων εμφανίζονται οι δήθεν «αγεφύρωτες» προγραμματικές διαφορές.

Ισχυριζόμαστε ότι το εμπόδιο αυτό δεν είναι πραγματικό και εν πάσει περιπτώσει δεν είναιανυπέρβλητο.

 

Αυτό που λείπει είναι η ισχυρή ενωτική πολιτική βούληση από όλες τις πλευρές. 

Γι’αυτό η σχετική συζήτηση για συνεργασία της Αριστεράς, στο βαθμο που υποτυπωδώς υπάρχει, εκφυλίζεται μεταξύ μιας στείρας ενωτολογίας και μιας εκ προοιμίου αφοριστικής απόρριψης κάθεσκέψης για συμπόρευση.

Άλλωστε, ότι το πρόβλημα είναι η έλλειψη πολιτικής βούλησης φαίνεται πιο καθαρά από το γεγονός ότι ανάμεσα στον ΣΥΡΙΖΑ και το ΚΚΕ, με ευθύνη του τελευταίου, δεν υπάρχει ποτέ και σε καμμιά περίπτωση κοινη δράση ούτε καν τυπικού τύπου κομματικές συναντήσεις!

Παρακάμπτουμε, όμως, αυτό το πραγματικό πρόβλημα που είναι η πλήρης απουσία ενωτικής διάθεσης, η οποία συχνά αξιοποιείται από άλλες πλευρές με μια εύκολη και ρηχή ενωτολογία χωρίς δεσμευτικό προγραμματικό περιεχόμενο.

Και παρακάμπτουμε, προς στιγμήν, αυτό το πρόβλημα για να ανοίξουμε τη συζήτηση επί της προγραμματικής ουσίας.

Πιστεύουμε βαθύτατα ότι μπορεί να βρεθεί κοινή, ελάχιστη και συνεκτική προγραμματική βάση ανάμεσα στις ριζοσπαστικές αριστερές δυνάμεις και πρώτα απ’όλα ανάμεσα στον ΣΥΡΙΖΑ, το ΚΚΕ και την ΑΝΤΑΡΣΥΑ.

Αυτή η κοινή ελάχιστη και συνεκτική προγραμματική βάση για ένα μεγάλο αριστερό προοδευτικό μέτωπο μπορεί να έχει , ενδεικτικά, ως αφετηρία αλλά όχι ως τέρμα τους παρακάτω άμεσους στόχους:

  • Άμεση κατάργηση όλων των μνημονίων και των εφαρμοστικών νόμων τους
  • Καταγγελία των αποικιοκρατικών δανειακών συμβάσεων
  • Διεκδίκηση της άμεσης διαγραφής, χωρίς όρους, του χρέους ή του μεγαλύτερου μέρους του
  • Εθνικοποίηση-κοινωνικοποίηση των τραπεζών και η συγκρότηση μιας νέας χρηματοπιστωτικής πολιτικής με αποκλειστικά αναπτυξιακά, παραγωγικά και κοινωνικά κριτήρια
  • Ρύθμιση των ιδωτικών χρεών για τις μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις, τη μικρομεσαία αγροτιά και τις πιο αδύνατες κοινωνικές κατηγορίες, η οποία μπορεί να φθάνει μέχρι και την πλήρη διαγραφή χρεών για ανέργους, χαμηλόμισθους και χαμηλοσυνταξιούχους
  • Μεγάλη δίκαιη αναδιανομή του πλούτου με επίκεντρο μια ριζοσπαστική μεταρρύθμιση για ένα απλό, δίκαιο, εύχρηστο και αποτελεσματικό φορολογικό σύστημα
  • Εθνικοποίηση των πιο κρίσιμων και στρατηγικών τομέων και επιχειρήσεων της οικονομίας με παράλληλη αναβάθμιση και αναπτυξιακή αποδοτική ανασυγκρότησή τους.
  • Αναδιαμόρφωση του στενού και ευρύτερου δημόσιου τομέα ώστε να λειτουργήσειαποτελεσματικά και αποδοτικά με απόλυτη αξιοκρατία, υπεύθυνη εργασία και πλήρηανεξαρτησία από ιδιωτικά συμφέροντα και πελατειακές σχέσεις.
  • Συγκρότηση ενός δημοκρατικού προοδευτικού σχεδίου παραγωγικής ανασυγκρότησης της οικονομίας με αιχμή την πρωτογενή παραγωγή, τη βιομηχανία και σύγχρονους τεχνολογικά τομείς
  • Στήριξη και σταδιακή αναβάθμιση μισθών, συντάξεων, κοινωνικών δαπανών και εργασιακών σχέσεων
  • Προώθηση της δωρεάν υγείας και δωρεάν παιδείας σε όλα τα επίπεδα με την ενίσχυση του απασχολούμενου επιστημονικού δυναμικού και όλων των εργαζομένων

Η συνομολόγηση από όλες τις δυνάμεις της ριζοσπαστικής Αριστεράς ενός παρόμοιας κατεύθυνσης προγράμματος, με άμεσα μέτρα και κατευθύνσεις που εντελώς ενδεικτικά και πολύ συνοπτικάαναφέρουμε, ασφαλώς δεν μπορεί να παρακάμπτει τα άκρως επίμαχα θέματα της τροϊκανής χρηματοδότησης, του ευρώ και της ΕΕ.

Στα θέματα αυτά είναι γνωστό ότι υπάρχουν σημαντικές διαφορές, αν και όχι τόσο μεγάλες όσο αφήνεται να εννοηθεί, πολύ περισσότερο που η προϊούσα φθορά της ευρωζώνης έχει σμικρύνει τις αποστάσεις.

Θεωρούμε ότι στα θέματα του ευρώ και της ΕΕ μπορεί, καταρχήν τουλάχιστον, να βρεθεί κοινή συνισταμένη. Αυτή η συνισταμένη αφορά μια κοινή συμφωνία ότι η εφαρμογή του συνομολογημένου προγράμματος δεν μπορεί σε καμμιά περίπτωση να εξαρτάται από τουςεκβιασμούς των χρηματοδοτικών δόσεων ούτε να έχει ως όριο το ευρώ αλλά ούτε και τους νεοφιλελεύθερους κανόνες της ΕΕ.

Με δύο λόγια ότι η συνομολογούμενη πορεία και το συμφωνημένο πρόγραμμα προοδευτικής διεξόδου από την κρίση με σοσιαλιστικό ορίζοντα, δεν θα τίθεται υπό την αίρεση των εκβιασμών για παραμονή στην ευρωζώνη ούτε υπό τη δαμόκλειο σπάθη του νεοφιλελεύθερου πλαισίου της ΕΕ!

Κατά τα άλλα, όλες οι αριστερές δυνάμεις θα μπορούν, παρά το πλαίσιο της κοινής συμφωνίας, ναδιατηρούν και να προβάλλουν τις ιδιαίτερες και πιο ολοκληρωμένες θέσεις τους για την ευρωπαϊκή θεματολογία.

Η κατάθεση αυτή μπορεί να έχει ατομικό χαρακτήρα αλλά η συζήτηση για την προγραμματική σύγκλιση μπορεί να γενικευθεί και να αποκτήσει εύρος, ουσία, βάθος, πνοή και κυρίως όραμα για μια διαφορετική Αριστερά στη χώρα μας, που μπορεί να παλαίψει και να νικήσει, ανοίγοντας νέους δρόμους ελπίδας όχι μόνο για τον ελληνικό λαό αλλά για όλη την ευρύτερη περιοχή μας και την Ερώπη.

Ας  τολμήσουμε να συζητήσουμε με τις διαφορές μας και παρά τις διαφορές μας, όχι με προκατάληψη και εμπάθεια αλλά με γόνιμο, εποικοδομητικό πνεύμα και κυρίως ενωτική θέλησηκαι αγωνία για να αλλάξουμε τα πράγματα στη χώρα μας.

Του ΣΧΟΛΙΑΣΤΗ

Από: iskra.gr

 

Previous Older Entries