ΦΩΤΗΣ ΤΕΡΖΑΚΗΣ – ΜΙΑ ΕΠΙΚΑΙΡΗ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ

 

Συνέντευξη που δόθηκε στον ΤΑΣΟ ΤΣΑΚΙΡΟΓΛΟΥ στις αρχές Μαρτίου 2012 και δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Μόνο, 4 (13 Μαρτίου 2012).

  

ΤΑΣΟΣ ΤΣΑΚΙΡΟΓΛΟΥ: Μέχρι σήμερα η συζήτηση περί κρίσης περιορίζεται στα οικονομικά μεγέθη. Καθημερινά όμως βλέπουμε ότι αυτή αφορά το τέλος ενός ολόκληρου παραγωγικού μοντέλου και ενός πολιτισμού. Ποιες παραμέτρους θεωρείτε εσείς κρίσιμες στον προβληματισμό αυτό;

ΦΩΤΗΣ ΤΕΡΖΑΚΗΣ: Πολλές παράμετροι εμπλέκονται, το ζήτημα είναι πώς θα τις συνθέσουμε και θα τις ιεραρχήσουμε. Οι άνθρωποι πρέπει να μάθουν να θέτουν με τον σωστό τρόπο τα ερωτήματα. Ας πούμε: ποιος, και με ποιες διαδικασίες, αποφασίζει τί θα παραγάγει μια κοινωνία και πώς θα κατανεμηθεί το προϊόν της παραγωγής της;Όλη η σφαίρα της οικονομίας είναι η αναλυτική ανασύσταση αυτού του ερωτήματος, το οποίο όμως δεν είναι καθόλου «οικονομικό». Είναι εξ ολοκλήρου πολιτικό. Η ίδια η πολιτική, τώρα, καθορίζεται από κοινωνιολογικές παραμέτρους οι οποίες δεν είναι καθόλου «πολιτικές» με τη στενή έννοια· ας πούμε: πώς αντιλαμβάνονται οι άνθρωποι το «ατομικό συμφέρον» τους; Ποια πρότυπα αυθεντίας επικρατούν μια ορισμένη εποχή σε μια ορισμένη συλλογικότητα; Για να απαντηθούν τέτοια ερωτήματα πρέπει να υπεισέλθουμε σε ψυχολογικές διερευνήσεις· κοκ. Και για να μη μακρηγορώ θα έλεγα ότι, αν τουλάχιστον βλέπουμε την κρίση ως κρίση ενός ολόκληρου πολιτισμού, η δεσπόζουσα παράμετρος είναι ανθρωπολογική. Οι κοινωνικές, θρησκευτικές, τεχνολογικές κ.ά. συνθήκες που συνέρρευσαν εκεί, γύρω στον 16ο-17ο αιώνα, δημιούργησαν έναν κτητικό και υπολογιστικό ανθρώπινο τύπο που έχει μεταθέσει την άμεση επιδίωξη της απόλαυσης, της χαράς, της αυθόρμητης συντροφικότητας στη νοσηρή επιδίωξη του κέρδους (που κι αυτό είναι στην υπηρεσία μιας ακόμη πιο νοσηρής επιδίωξης κυριαρχίας, πάνω στους άλλους ανθρώπους και στη φύση). Γεννήθηκε κυριολεκτικά ένα τέρας που αναπαράγεται απεριόριστα γύρω μας και μέσα μας, και έχει αποκρυσταλλωθεί στην αντικειμενική δομή τού συστήματος παραγωγής, αυτού που ονομάζουμεκαπιταλισμό, το οποίο με τη σειρά του συνυποθέτει αυταρχικές πολιτικές μορφές διαχείρισης (την ίδια τη μορφή-κράτος) που αναπαράγουν και διευρύνουν συνεχώς την ετερονομία, την καθυπόταξη των ανθρώπων εν πρώτοις στους διαχειριστές της παραγωγικής μηχανής, που είναι με τη σειρά τους όμως και οι ίδιοι υποταγμένοι στην αυτόνομη κίνηση της μηχανής, η οποία δεν έχει πλέον κανέναν ανθρώπινο σκοπό: μοναδικός σκοπός του καπιταλισμού είναι η αυτοαξιοποίηση και η συνεχής επέκταση του κεφαλαίου – με οιοδήποτε ανθρώπινο και περιβαλλοντολογικό τίμημα. Πόσο θα το αφήσουμε αυτό να συνεχίζεται; Πώς είναι δυνατόν ένα τόσο ζωτικό πράγμα όσο οι μορφές παραγωγής, από τις οποίες εξαρτάται η ίδια η ζωή μιας κοινωνίας, να ελέγχονται από ένα τόσο διαστροφικό κίνητρο όσο η επιδίωξη του κέρδους; Και πώς θα εξαφανίσουμε από το πρόσωπο της γης αυτό τον ανθρωπολογικό τύπο που αντιλαμβάνεται ως ατομικό του συμφέρον την εξόντωση όσο το δυνατόν περισσότερων άλλων όντων στον πλανήτη; Τέτοια είναι τα ερωτήματα που με απασχολούν.

Τ.Τ.: Πέρα από τους προφανείς κινδύνους για την κοινωνική συνοχή, ποιες «αόρατες» απειλές ανιχνεύετε εσείς στην τρέχουσα περίοδο; Η πολύπλευρη κρίση φέρνει στο προσκήνιο και στην Ελλάδα ακροδεξιά και ναζιστικά μορφώματα που με τη δημαγωγία διεκδικούν τον δικό τους ρόλο. Πόσο υπαρκτός είναι ο κίνδυνος εκκόλαψης του αυγού του φιδιού;

Φ.Τ.: Δεν χρειάζεται να εμφανιστούν ναζιστικά κινήματα όπως αυτά του Μεσοπολέμου· οι «κανονικές» μορφές που παίρνουν τα σύγχρονα κράτη, με τη συνεχή θωράκιση του ποινικού τους συστήματος και με τους εφιαλτικούς μηχανισμούς παρακολούθησης και καταστολής που αναπτύσσουν, τους οποίους δεν μπορούσαν να διανοηθούν οι διάφοροι φύρερ και ντούτσε στον καιρό τους, είναι το ίδιο το φίδι που γεννήθηκε τότε, στην πλήρη του ωριμότητα. Και οι άνθρωποι από το κάτω, ο «λαός» όπως συνεχίζουμε να λέμε, συνεργεί άθελά του με τον πιο αποτελεσματικό τρόπο κατά το ότι, όσο εξαθλιώνεται και κυριεύεται από την αγωνία της άμεσης επιβίωσης, τόσο πιο τυφλά και ανελέητα στρέφεται εναντίον του διπλανού του, συνήθως του πιο εξαθλιωμένου και πιο αδύναμου, σαν να ήταν αυτός η αιτία των βασάνων του. Και πιο μακροπρόθεσμα, αν θέλετε, βλέπω πάντα την απειλή ενός ανείπωτα καταστροφικού πολέμου, τον οποίον κανένας βεβαίως δεν θέλει αυτή τη στιγμή στο σπίτι του, αλλά είναι ο μόνος τρόπος με τον οποίον ο καπιταλισμός έλυνε στο παρελθόν τέτοιες κρίσεις – και δεν έχω καμία αμφιβολία ότι το είδος των ανθρώπων που ελέγχουν αυτή τη στιγμή την τύχη του πλανήτη θα προτιμούσαν να δουν ολόκληρο τον κόσμο να βουλιάζει μαζί τους παρά να παραιτηθούν από τα προνόμια και την ισχύ που κατέχουν.

Τ.Τ.: Ο ουσιαστικός διορισμός από τη διεθνή οικονομική ελίτ πρωθυπουργών σε Ιταλία και Ελλάδα, αλλά και ο πρωταγωνιστικός ρόλος που διαδραματίζουν στις εξελίξεις οι «ειδικοί» (οικονομολόγοι κλπ.) επαναφέρει στο προσκήνιο το θέμα της τεχνοκρατίας και του ταξικού της ρόλου. Ποια είναι η γνώμη σας;

Φ.Τ.: Μια κοινωνία που βασίζεται στους τεχνοκράτες, στους «ειδικούς» κάθε είδους, είναι ήδη μια ολοκληρωτική κοινωνία. Η τεχνοκρατική αντίληψη του κόσμου, και το ίδιο το φιλοσοφικό προϊόν της, ο επιστημονικός θετικισμός, ανήκουν στην ίδια δέσμη γνωρισμάτων με την διοικητική (κατ’ ουσίαν στρατιωτική) λήψη των αποφάσεων και με την εκτεταμένη αστυνομική καταστολή. Και δεν πρέπει στιγμή να ξεχνάμε ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση όπως υφίσταται σήμερα, προϊόν των αμερικανικών σχεδιασμών για την μεταπολεμική παγκόσμια τάξη, είναι η εκλεπτυσμένη και ψύχραιμη επεξεργασία ενός ταραγμένου ναζιστικού ονείρου.

Τ.Τ.: Για να έρθουμε στην ελληνική πολιτική σκηνή, βλέπουμε κάποιες φαινομενικά παρά φύσιν συμμαχίες (ΠΑΣΟΚ-ΝΔ-ΛΑΟΣ), ενώ ιδεολογικά επανακάμπτει αργά αλλά σταθερά η διχοτομία Αριστερά-Δεξιά. Πως ερμηνεύονται αυτά;

Φ.Τ.: Τί το «παρά φύσιν» έχει η συγκυβέρνηση ΠΑΣΟΚ-ΝΔ-ΛΑΟΣ; Ανταποκρίνεται στην αληθινή φύση αυτών των κομμάτων πολύ περισσότερο απ’ όσο η συσκοτιστική ρητορική τους! Ξεχνάτε ότι το ΠΑΣΟΚ του Γ. Παπανδρέου συγκυβέρνησε ουσιαστικά τόσα χρόνια με το δεκανίκι τού ΛΑΟΣ (όπως το ΠΑΣΟΚ του Α. Παπανδρέου συγκυβέρνησε με το δεκανίκι τού τότε «Συνασπισμού», ρόλο τον οποίο τώρα φιλοδοξεί να αναλάβει το κόμμα τού Φ. Κουβέλη); Και είναι κανείς που δεν βλέπει ότι ΠΑΣΟΚ και ΝΔ εκπροσωπούν τα ίδια κοινωνικά στρώματα, κυβέρνησαν εναλλακτικά σε αυτή τη θανάσιμη τραμπάλα της Μεταπολίτευσης με τη σιωπηρή στήριξη ο ένας του άλλου, και είναι ακριβώς η σε βάθος διαπλοκή τους που δεν επιτρέπει αυτό το αηδιαστικό πολιτικό σύστημα να καταρρεύσει; Είναι η Λερναία Ύδρα της ελληνικής Δεξιάς, αυτής που κέρδισε τον Εμφύλιο και έδεσε τη χώρα στο άρμα τής κεφαλαιοκρατικής Δύσης (την οποίαν άλλοτε προσφωνούσαμε «οι σύμμαχοί μας» και τώρα «οι εταίροι μας» – από το μοντέλο «στρατός» στο μοντέλο «πολυεθνική εταιρεία», έτσι;), με τα μύρια κεφάλια!

Τώρα, η επανάκαμψη της διχοτομίας Αριστερά-Δεξιά είναι με κάποια έννοια γεγονός, αλλά με ποια έννοια; Με την έννοια, πιστεύω, μιας όλο και πιο ξεκάθαρης ταξικής πόλωσης στη βάση τής κοινωνίας, γεγονός που ενδεχομένως προοιωνίζεται μεγάλες κοινωνικές αναμετρήσεις στα χρόνια που έρχονται. Θα ήταν λάθος όμως να πιστέψουμε ότι αυτό αντικατοπτρίζεται στο υπάρχον ελληνικό ––ή και το ευρωπαϊκό–– πολιτικό φάσμα. Για να το πω όσο πιο απερίφραστα μπορώ, δεν πιστεύω ότι τα αυταποκαλούμενα «αριστερά» κοινοβουλευτικά κόμματα εκπροσωπούν ταξικά εκείνα τα κοινωνικά στρώματα στο όνομα των οποίων διεκδικούν νομιμοποίηση.

Τ.Τ.: Πώς βλέπετε δηλαδή τη στάση τής Αριστεράς στη σημερινή κρίση, και ειδικότερα στα θέματα της στάσης πληρωμών και της εξόδου από την ευρωζώνη;

Φ.Τ.: Τη στάση τής λεγόμενης Αριστεράς ––και μιλάμε βασικά για τα δύο κοινοβουλευτικά κόμματα, διότι ο Κουβέλης δεν λογίζεται κατά καμία έννοια ως «αριστερά», και όσον αφορά τις εξωκοινοβουλευτικές ομάδες τα πράγματα είναι πολύ πιο ρευστά και μόνο κατά περίπτωση μπορούν συζητηθούν–– τη βλέπω απλώς υποκριτική. Και δεν είμαι ο μόνος. Παρά τις παραλλαγές των ρητορικών τους εμφάσεων, είναι ολοφάνερο πως δεν θέλουν να οδηγήσουν την Ελλάδα έξω από την ευρωπαϊκή σφηκοφωλιά και όσες φορές τούς δόθηκε ευκαιρία να κινηθούν αποφασιστικά προς μια τέτοια  κατεύθυνση πέταξαν σκοπίμως την μπάλα στις κερκίδες, όπως λέμε. Εξαπατούν συστηματικά τη λαϊκή τους βάση (όση διαθέτουν) κι έχω την εντύπωση ότι δεν θέλουν να πάρουν πραγματική ευθύνη καμίας πολιτικής, χρονοτριβούν μόνο καιροσκοπικά και ψαρεύουνε στα θολά νερά τής συλλογικής απόγνωσης ελπίζοντας ότι θα μεταφραστεί αυτό σε άκοπα οφέλη για τους ίδιους.

Τ.Τ.: Και η στάση πληρωμών;

Φ.Τ.: Το ζήτημα της στάσης πληρωμών δεν ξεκίνησε από τα κόμματα της Αριστεράς, και όπου το υιοθέτησαν δεν το στήριξαν όσο θα ’πρεπε. Η «στάση πληρωμών» έχει βέβαια δύο επίπεδα που χρειάζεται να συζητηθούν ξεχωριστά. Αν μιλάμε για μία στρατηγική των πολιτών απέναντι στο ίδιο το κράτος ––το κίνημα «Δεν πληρώνω», ας πούμε–– δεν πρέπει να την συγχέουμε με μια γενικότερη ασυνέπεια και ανευθυνότητα που όντως ενδημούν στην ελληνική κοινωνία. Δεν θεωρώ ότι πρέπει κανείς να αποποιείται τις υποχρεώσεις του προς τους άλλους, ιδίως στις οριζόντιες σχέσεις, ούτε σε στιγμές ακραίων δυσκολιών να προσπαθεί να φορτώσει τα προσωπικά του βάρη σε άλλους. Είναι ένας από τους μεγάλους κινδύνους που διατρέχουμε αυτή τη στιγμή, και το βλέπουμε ανάγλυφα στα ήθη της αγοράς και των εμπόρων. Είναι διαφορετικό πράγμα όμως η ρητή και συντεταγμένη μας στάση απέναντι στο κράτος και τα διατάγματά του. Αν κάποιος πιστεύει ότι το κράτος δεν έχει νομιμότητα και η λήψη αποφάσεων χωρίς ουσιαστική συμμετοχή του πολιτικού σώματος είναι ένα αυταρχικό «αποφασίζομεν και διατάσσομεν» προς υποτελείς και υπηκόους, τότε οφείλει να εκλαμβάνει τους νόμους ως μη υπάρχοντες· και αν θεωρεί ότι το κράτος τούτη τη στιγμή επιτίθεται ανελέητα στο κοινωνικό σώμα συντρίβοντας με τα οριζόντια μέτρα του ακριβώς τους πιο αδυνάμους, τότε ο μόνος τρόπος να το υποχρεώσει να τα πάρει πίσω είναι να τα καταστήσει αναποτελεσματικά: να εμποδίσει το κράτος να μαζέψει τα χρήματα που απαιτούν οι δανειστές του.

Τ.Τ.: Και όσον αφορά το εξωτερικό χρέος;

Φ.Τ.: Οπότε οδηγούμαστε στο κύριο ζήτημα, που είναι η στάση πληρωμών στο εξωτερικό χρέος. Το πρώτο και αδιαπραγμάτευτο εδάφιο μιας αριστερής πολιτικής σήμερα, στην Ευρώπη, στην περιφέρεια και στον αποκαλούμενο τρίτο κόσμο, είναι όλα τα υπερχρεωμένα κράτη να αποποιηθούν το χρέος τους και να στείλουν το πρόβλημα της κρίσης πίσω στους πιστωτές τους. Οι έμποροι των εθνών,  οι παγκόσμιες κεφαλαιοκρατικές ελίτ που παίζουν στα ζάρια τη ζωή αναρίθμητων λαών και πληθυσμών, πρέπει να πληρωθούν ––κυριολεκτικά–– με το ίδιο νόμισμα και όλη η πάσχουσα ανθρωπότητα απαιτείται να συντονίσει τις δυνάμεις της για να τους οδηγήσει στην άβυσσο.  Το δεύτερο εδάφιο μιας αριστερής πολιτικής είναι, βέβαια, η σφυρηλάτηση πυκνών δεσμών υποστήριξης και αλληλεγγύης ανάμεσά τους ώστε να αντέξουν την αναμενόμενη επίθεση, που θα είναι ανελέητη και φονική, του παγκόσμιου κέντρου. Το τρίτο εδάφιο… δεν θα το πω, γιατί είναι άνευ νοήματος πριν εκπληρωθούν τα προηγούμενα δύο. Αναζητείται μία παγκόσμια Αριστερά (και μια «εθνική Αριστερά» θα ήταν αντίφαση εν τοις όροις) που θα γράψει αυτά τα δύο εδάφια στη σημαία της.

Τ.Τ.: Ένα νέο στοιχείο των τελευταίων δύο χρόνων ήταν η Αραβική Άνοιξη και το Κίνημα των Αγανακτισμένων διεθνώς. Πως βλέπετε τις αντιδράσεις των πολιτών στην Ελλάδα και παγκοσμίως;

Φ.Τ.: Στην Ελλάδα, το είπα και άλλες φορές, ήταν μία σημαντική και εν μέρει πρωτόγνωρη κινηματική εμπειρία η οποία όμως δεν είχε ––ακόμα;–– δυνάμεις να πάει πολύ μακριά… Η Αραβική Άνοιξη ήταν πολύ πιο σοβαρή υπόθεση που αν έχει να δώσει ένα μάθημα σ’ εμάς, τους αιχμαλώτους μέσα στη δηλητηριώδη όσο και απατηλή ευμάρεια του λεγόμενου «ανεπτυγμένου κόσμου», είναι η υπενθύμιση αυτού που έχουμε ξεχάσει, ότι μια επανάσταση απαιτεί θυσίες και αληθινό αίμα. Εδώ έγκειται, αν θέλετε, η υπεροχή των αραβικών εξεγέρσεων απέναντι και στα κινήματα της λεγόμενης αντι-παγκοσμιοποίησης που ξεκίνησαν από το Σηάτλ, ξεφούσκωσαν όμως πολύ πιο γρήγορα απ’ ό,τι πολλοί περίμεναν… Γι’ αυτό και υπήρξαν ––μέχρι στιγμής και με όλες τις αναγκαίες επιφυλάξεις–– νικηφόρες. Ωστόσο, το έχω επίσης ξαναπεί, καμία επανάσταση δεν έχει ελπίδα σε τοπικό επίπεδο, όσο το υπάρχον παγκόσμιο οικονομικό και διακρατικό σύστημα διατηρείται. Ότι κέρδισαν οι αραβικές εξεγέρσεις μπορεί τάχιστα να αναστραφεί εάν δεν καταρρεύσει το παγκόσμιο κεφαλαιοκρατικό κέντρο – και αυτό είναι κάτι που εναπόκειται στα δικά μας χέρια, το έργο που εμείς χρεωνόμαστε απέναντί τους.

Τ.Τ.: Τονίζετε επανειλημμένως τη βαρύτητα εννοιών όπως η αυτοοργάνωση και η αυτοδιαχείριση. Ωστόσο οι πρακτικές αυτές βρίσκονται όχι απλώς σε σπάνι, αλλά ουσιαστικά σε ολική έκλειψη. Πόσο εφικτό είναι σήμερα το διακύβευμα της «αυτονομίας του ατόμου»; Επί Γ. Παπανδρέου είχαμε το διασυρμό και τη γελοιοποίηση όρων όπως «συμμετοχική δημοκρατία» και «διαβούλευση». Πιστεύετε ότι μπορούν να επανακτήσουν το νόημά τους και πώς;

Φ.Τ.: Είναι η ίδια στρατηγική σύγχυσης όπως το ν’ αποκαλείς τους εχθρούς σου «εταίρους»! Η σήψη των ίδιων των σημασιών, η εκκένωση της γλώσσας από νοήματα και αναφερόμενα, είναι ένα από τα κορυφαία συμπτώματα της κρίσης. Η παραγωγή κενών σημαινόντων που κουδουνίζουν σαν λαμαρίνα και λυγίζουν για κάθε χρήση είναι το γλωσσικό αντίστοιχο της παραγωγής «πλαστικού χρήματος»: μεταμοντερνισμός/ χρηματοπιστωτισμός – ιδού μια συμπληρωματικότητα-κλειδί για την εποχή που ζούμε!  Και τα χαμένα νοήματα δεν μπορούν να ανακτηθούν εύκολα γιατί, σε αντίθεση με τις λέξεις που τα αναπαριστούν, συνδέονται με απτές, υλικοϊστορικές πραγματικότητες. Τέτοια είναι και η πραγματικότητα της «αυτονομίας», στην ατομική όσο και στη συλλογική της διάσταση (που όχι μόνο δεν είναι ανταγωνιστικές αλλά ενισχύονται αμοιβαία). Σήμερα έχουμε αμύθητο πλούτο συγκεντρωμένο μπροστά στα πόδια μας, και όμως λιμοκτονούμε! Τί μας λείπει λοιπόν, τίνος πράγματος έχουμε σπάνι; Αυτονομίας, αυτοδιαχείρισης – της εργασίας μας, της ζωής μας, του χρόνου μας, της σκέψης μας, του σώματος  και των επιθυμιών μας… Και οι άνθρωποι γίνονται λίγο λίγο ανίκανοι γι’ αυτό που έχουν ξεχάσει πώς είναι. Να γιατί μιλάμε ακόμα για πολιτικές διαμεσολαβήσεις, μιλάμε για «αριστερά» και «εκπροσώπηση» εκεί που οι άνθρωποι θα έπρεπε να μάχονται μόνο με ευφάνταστες μορφές αυτοοργάνωσης για την ίδια την απελευθέρωσή τους.

Τ.Τ.: Μετά από κάθε κινητοποίηση (ιδιαίτερα μετά τον Δεκέμβρη του 2008) γίνεται μεγάλη συζήτηση για τη δράση των αναρχικών-αντιεξουσιαστών. Εσείς προέρχεστε πολιτικά από τον χώρο αυτό. Πώς κρίνετε τη συνολική του δράση;

Φ.Τ.: Εγώ ποτέ δεν διεκδίκησα το «αναρχικός» ως τίτλο τιμής, και ούτε μού αρέσει να προσδιορίζομαι μ’ επικεφαλίδες – εν πάση περιπτώσει έχω τη συνήθεια να εκθέτω λεπτομερώς τις σκέψεις μου, και όποιος θέλει μπορεί να τις διαβάσει… Αναρωτιέμαι μάλιστα εάν ο όρος «αναρχικός» έχει νόημα πλέον ως πολιτική ταυτότητα. Έλεγα πριν πως οι έννοιες έχουν ειδικό υλικοϊστορικό αναφερόμενο και δεν μπορείς να τις αποσπάσεις απ’ αυτό χωρίς να τις αδειάσεις από το νόημά τους.  Κυριολεκτικά μιλώντας, αναρχισμός υπήρξε από τη διάσπαση της Α΄ Διεθνούς τα χρόνια 1869-1872  μέχρι τον Ισπανικό Εμφύλιο τις παραμονές του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου. Μετά τον Ισπανικό Εμφύλιο είμαστε απλώς κληρονόμοι του αναρχισμού – όπως όμως και του συμβουλιακού κομμουνισμού, ή του ριζοσπαστικού ουτοπισμού, του ρομαντικού αντικαπιταλισμού, του φροϋδομαρξισμού και πολλών άλλων πραγμάτων. Νομίζω πως είναι η ώρα να οικοδομηθεί μια καινούργια επαναστατική ταυτότητα, που να διατηρεί το ίχνος όλων αυτών των αφομοιωμένων επιρροών αλλά να μην παλινδρομεί σε αναχρονισμούς που έχουν μόνο το νόημα θεατρινίστικης χειρονομίας.

Τ.Τ.: Μήπως αυτό είναι το βασικό μειονέκτημα αυτού του χώρου;

Φ.Τ.: Ακριβώς απ’ αυτό πάσχει, κατά την ταπεινή μου γνώμη, μεγάλο μέρος τού αυταποκαλούμενου αναρχικού-αντιεξουσιαστικού χώρου. Και στην προσπάθειά του να επιβεβαιωθεί όπως-όπως κάνει το τραγικό σφάλμα να υιοθετεί ιδιότητες που του αποδίδουν οι ίδιοι οι αντίπαλοί του, παραποιημένες και διαστρεβλωμένες στη χρήση τους. Για παράδειγμα, εδώ και πολλά χρόνια όλες οι τηλεοπτικές αναμεταδόσεις μαζικών κινητοποιήσεωνμοιάζουν με έργο φτιαγμένο από τον ίδιο σκηνοθέτη: όλα είναι ειρηνικά και νόμιμα, όμορφα και μαζικά, μέχρι που την αναμενόμενη στιγμή εμφανίζονται οι «κακοί», κουκουλοφόροι-βάνδαλοι που τα σπάνε και τρομάζουν τον κοσμάκη. Τα κατεστημένα ΜΜΕ τους αποκαλούν «αντιεξουσιαστές» και «αναρχικούς»· η κατεστημένη αριστερά «προβοκάτορες» και «χαφιέδες». Οι μεν προσπαθούν συστηματικά να σπιλώσουν ιστορικά καθιερωμένες μορφές και πρακτικές εξέγερσης, οι δε παραγνωρίζουν τη δυναμική τής αυθόρμητης αγανάκτησης και οργής που μπορεί κάλλιστα να είναι ανεπεξέργαστη και πρωτόγονη και αντικειμενικά καταστροφική χωρίς γι’ αυτό να είναι ––πάντα ή κατά κύριον λόγο–– σχεδιασμένη και καθοδηγούμενη. Το δικό μου ερώτημα είναι σε ποιον βαθμό κάποιοι νιώθουν την ανάγκη να ενσαρκώσουν αυτό τον προκατασκευασμένο ρόλο στην πιο τυποποιημένη και άγονη μορφή του, και να θυματοποιηθούν άσκοπα οι ίδιοι τροφοδοτώντας από την άλλη πλευρά τα πιο συντηρητικά ανακλαστικά ενός κόσμου που για να κερδηθεί απαιτείται πάρα πολλή δημιουργική ενέργεια και φαντασία, αλλά και διάλογος με τις πραγματικές του ανάγκες…  Δεν ξέρω αν απάντησα το ερώτημά σας.

Τ.Τ.: Η μεγάλη πλειονότητα των «διανοουμένων» τα τελευταία είκοσι χρόνια είτε παρέμειναν σιωπηλοί είτε στήριξαν ενεργά (όχι χωρίς ανταπόδοση) τα ιδεολογήματα της «ανάπτυξης», του «εκσυγχρονισμού» και των «μεταρρυθμίσεων». Εσείς διαπιστώνετε έλλειμμα ανεξάρτητων ιδεών και «κριτικής διανόησης»;

Φ.Τ.: Μη μιλήσουμε τώρα για «ελληνική διανόηση» γιατί… θα ξεράσω! Αν θέλετε να αντιληφθείτε τί θα πει κοινωνία σε κρίση, και το μέγεθος της κρίσης που πλήττει αυτή τη συγκεκριμένη κοινωνία, δείτε τη «διανόησή» της και θα καταλάβετε. Τους τηλε-ειδικούς και τους τηλε-φιλοσόφους που έχει μάθει ο κόσμος και αγοράζει σωρηδόν τα βιβλία τους (το οποία εννοείται, δεν διαβάζει)· τους συντάκτες μανιφέστων υπέρ τής χρηστής τάξης και νομιμότητας, τόσο από τον πανεπιστημιακό χώρο όσο και από τη λογοτεχνική αγορά, που έκαναν το ντεμπούτο τους τον Δεκέμβρη του 2008 και συνεχίζουν ακάθεκτοι υπό τις δημόσιες επευφημίες· τους διαπρύσιους κήρυκες του εκσυγχρονισμού, του εξορθολογισμού, του ευρωπαϊσμού και της ελεύθερης αγοράς που καρπώνονται όλα τα νόμιμα προϊόντα της διαπλοκής ενός ανορθολογικού κράτους με ακόμη ανορθολογικότερους εντολοδότες· τους παραληρηματικούς εθνοπατριώτες οι οποίοι ξεσκεπάζουν «συνωμοσίες» και «τόξα» που έχουν βάλει στο μάτι παντού την επίζηλη ελληνικότητά τους (πλην λάτρεις τής ολυμπιακής ιδέας)· γραφειοκράτες ακαδημαϊκούς αριστερής κοπής που συγκυβερνούν αιωνίως με τον αντίπαλο χάρη στην βαθιά τους πουλαντζοαλτουσεριανή σοφία· λογοτέχνες-μπράβους των μεγάλων εκδοτικών και γλοιώδεις κόλακες των τυχάρπαστων επιτροπών κρατικών βραβείων· τί θέλετε τώρα να πω, ονόματα; Αν εξαιρέσουμε λίγες περιπτώσεις πνευματικών ανθρώπων με αληθινό μέγεθος και ανάστημα που μετριούνται το πολύ στα δάχτυλα των δύο χεριών, οι περισσότεροι άλλωστε είναι επιβιώματα μιας προηγούμενης εποχής, το ελληνικό διανοητικό τοπίο είναι ο πιο ανησυχητικός καθρέφτης της ελληνικής κρίσης, ένδειξη του μη αναστρέψιμου της ζημιάς που έχει γίνει. Αν είχα τον χρόνο θα έγραφα μια ιστορία των ελληνικών ιδεών από τη δεκαετία του ’80 και μετά με τίτλο Η αποσύνθεση της ελληνικής διανόησης.
Πηγή: http://fotisterzakis.gr
Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: